Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε. Δεκέμβριος 16, 2017, 01:43:19 πμ

Αποστολέας Θέμα: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας  (Αναγνώστηκε 3701 φορές)

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« στις: Ιούνιος 15, 2016, 01:27:32 μμ »
Τον Γιάννη τον ήξερα από όταν είμαστε μικρά παιδιά.
Μια ζωή νορμάλ άνθρωπος ήτανε, με τις δραστηριότητές τους, τις εκδρομές του, τις βόλτες και τους καφέδες του.
Τι συνέβηκε στο ενδιάμεσο και ποια τύχη μαύρη έφερε μπροστά του μια πολεμική BMW R51, δεν ξέρω, αλλά εκείνη τη μέρα που την απέκτησε, ο Ερμής πρέπει όχι μόνο να ήταν ανάδρομος, αλλά και ανάποδος και κατσικόδρομος και σε αστρικό παροξυσμό σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους πλανήτες.
Όλα ξεκίνησαν με το χτύπημα του τηλεφώνου στις 7 ένα απόγευμα του Ιουνίου.
-   Ελα ρε, τα κατάφερα, την μάζεψα στο σπίτι
Εμένα το μυαλό μου πήγε σε μια σχέση που είχε τότε, την Ζωή, και για κάποιο λόγο σκέφτηκα πως αποφάσισαν να γίνουν οικογένεια.
Πάντα μου αρέσει να βλέπω φίλους να σμίγουν και να ανοίγουν σπίτια, γιατί πηγαίνω και τους την πέφτω για τραπέζωμα ή για να δούμε μπάσκετ στην τηλεόραση.
Είναι καταπληκτικό το πόσες υποχωρήσεις κάνει μια καινούργια νοικοκυρά προκειμένου να δείξει πως είναι ικανή να κρατήσει τη σχέση της και σαν τελικό αποτέλεσμα να κουλουριάσει στον Ησαϊα τον καλό της.
Εμφανίζεσαι στο σπίτι του νέου ζευγαριού κρατώντας καμιά μαλακίτσα της πλάκας, (κανα βαζάκι, κανα λουλούδι, άντε κανά μπουκάλι αλκοόλ) και λες –άντε ρε παιδιά, καλωστέριωτοι, και πάντα χαρές να έχετε.
Με έναν μαγικό τρόπο, βρίσκεσαι στον καναπέ, με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι και από την κουζίνα έχουν ξεκινήσει οι ετοιμασίες για τις μπριζολίτσες με πατατούλες, όπου με τεράστια χαρά ετοιμάζει η μελλοντική συμβία του φίλου σου.
Χαίρομαι πολύ με αυτά, τρώω ένα φαϊ της προκοπής, περνάμε σούπερ τέλεια και αν τυχόν σπάσει η σχέση, έχεις πάντα ένα φίλο διαθέσιμο να πάτε να τα πιείτε για να τον παρηγορήσεις και να σου κεράσει τα ποτά σου.
-   Μπράβο ρε Γιάννη (είπα) επιτέλους ρε φίλε, να νοικοκυρευτείς και εσύ (να φάμε και κανα φαγάκι). Μπράβο, η Ζωή είναι καλή κοπέλα.
-   Ποια Ζωή ρε μ$λάκα? Τι λες?
-   Αυτή που μάζεψες στο σπίτι
-   Τι λες ρε, για την BMW που σου έλεγα τις προάλες μιλάω, αυτή που είχα βρεί στο Μέτσοβο πεταμένη στο σταύλο.
Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να νοιώσω τη χαρά του.
Μια BMW πεταμένη σε σταύλο, δεν μαγειρεύει, δεν σε κερνάει ποτό και γενικά δεν έχει καμία σχέση με τη φαντασίωση που είχα δημιουργήσει πως θα πάμε πάλι όλη η παρέα μαζί σε γάμο να γίνουμε κουρούμπελα και να γελάσουμε με τους νεόνυμφους.
-   Α, τη BMW, (είπα παγωμένα) έλα ρε, μπράβο, καλοτάξιδη…. (ποια BMW, ούτε που θυμόμουν πως είχαμε κάνει κουβέντα για μηχανή και σταύλο στο Μέτσοβο)
-   Ναι ρε φίλε, (είπε αυτός) επιτέλους. Ο μπάρμπας με τσιτσίρησε, αλλά τελικά βρήκε τα χαρτιά της, πλήρωσα και κάτι χρωστούμενα στην εφορία, βάλε και τη μεταφορική, νομίζω ότι στα 4 χιλιάρικα που έφτασα, πήρα κελεπούρι. Ετσι όπως την κοιτάω είναι σε καλή κατάσταση, ψιλοπλήρης, δεν νομίζω να πάει ακριβά, ένα βάψιμο, καθάρισμα, άντε να θέλει και τίποτα λεπτομέρειες… Γ%μώ τα μηχανάκια θα γίνει
-   Θύμισέ μου ρε Γιάννη, του πότε είναι είπαμε?
-   Το πλαίσιο βγάζει 1939, σπάνιο πράμα, πιστεύω ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είναι το πιο όμορφο. Εσύ τι λες?
-   (ότι είσαι σπάνιος μ$λάκας, που αντί να σπιτώσεις τη γκόμενα, έβαλες νταλκάδες στο κεφάλι σου και θα τρέχεις σαν το άλογο στο χωράφι μέχρι να το φέρεις σε λογαριασμό) Καλορίζικη ρε Γιάννη (είπα) θα περάσω αύριο από εκεί να τη δώ (να παραγγείλεις και κανα σουβλάκι να φάμε).

Πιστός στην υπόσχεσή μου (να φάω τσάμπα) πέρασα την επόμενη μέρα από το σπίτι του Γιάννη και με (υποκριτικά) μεγάλο ενδιαφέρον, χάζεψα το νέο του απόκτημα. Ηταν πράγματι (ένα ερείπιο) μια R51 χωρίς πολλές ελλείψεις (αλλά με τα πάντα σκουριασμένα επάνω της) και από ότι κατάλαβα θα μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του φίλου μου για το επόμενο διάστημα.
Γύρισα και τον κοίταξα έτσι όπως μίλαγε για τα σχέδιά του με τεράστια έξαψη.
-   Βρήκα τον μάστορα που τις ξέρει, τον έχω πάρει τηλέφωνο θα πάω αύριο, έψαξα στο ebay και βρήκα τις μανέτες, φτηνά, στη Γερμανία, ένα φανάρι που λείπει το βρήκα στην Αγγλία, το δίνει 90 λίρες, ορίτζιναλ ρε σου λέω του κουτιου….. μπλα μπλα μπλα, όλα τα έχω ψάξει, τι άλλο μου λείπει?
-   Μια γριά να κληρονομήσεις Γιαννάκη μου. (αυτό μου ξέφυγε, αλλά μιας και το είπα, αποφάσισα να το υποστηρίξω)
-   Γιατί ρε μ%λάκα, αφού τα έχω υπολογίσει σου λέω.
Τον κοίταξα στα μάτια. Ηταν ακόμα χαρούμενος. Είπα όμως μιας και είμαστε τόσα χρόνια φίλοι να προσπαθήσω έστω να τον συνεφέρω.
-   Ακου Γιάννη. Πόσες μηχανές έχω φτιάξει από τότε που με ξέρεις?
-   Ξέρω γω, πολλές, που να θυμάμαι
-   Γιάννη, μήπως έχεις πάρει χαμπάρι πότε σταμάτησα να ασχολούμαι με τις παλιές μηχανές?
-   Ναι ρε, από τότε που έσκασες ένα σκασμό λεφτά και πήρες το σπίτι, που να σου μείνουν λεφτά…
-   Όχι αγόρι, μου…  Εσκασα ένα σκασμό λεφτά και πήρα το σπίτι, επειδή σταμάτησα  να ασχολούμαι με τις παλιές και μου μείνανε λεφτά. Πίστεψέ με, ΔΕΝ θέλεις να το κάνεις.
-   Ασε, ρε, εσύ είχες μπλέξει με τις Ιταλικές μ$λάκίες. Εδώ μιλάμε για Ντόιτσλαντ, Ούμπερ Άλλες ρε, η μηχανή είναι έτοιμη, λίγες λεπτομέρειες θέλει. Είναι φτιαγμένη για να αντέχει.
Και έτσι όπως τον είχε πιάσει ο οίστρος, για να μου αποδείξει ότι έχει δίκιο, κάνει με το πόδι μία να πατήσει τη μανιβέλα κάτω, η μανιβέλα κάνει ένα κράκ, (αυτό το κρακ που το ακούς και ξέρεις ότι έχει γίνει μεγάλη ζημιά και θα ήθελες να έχεις τη δυνατότητα να γυρίσεις πίσω το χρόνο, ή να έχεις ένα μεγάλο πηγάδι να πας να πέσεις  μέσα) και τσακ, έσπασε η μανιβέλα επάνω στον άξονα της, έπεσε στο πάτωμα του γκαράζ κάνοντας ένα ντιν ντιριλιν που είναι ο ήχος των χιλιάδων ευρώ που φεύγουν από την τσέπη σου.
-   Σκατογκαντέμη, γύρισε και μου είπε, μου τη μάτιασες πανάθεμά σε.
Αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια στο γεγονός, κυρίως γιατι η Ζωή είναι καλή μαγείρισα.
-   Γιάννη, είπα με πολύ σοβαρό τόνο. Σκέψου τι πας να κάνεις. You have been warned. Η ζωή σου δίνει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία. (και η Ζωή φτιάχνει και γ#μώ τα κοκκινιστά επίσης). Σκέψου, πράξε, είπα και έφυγα.

Οι επόμενες μέρες, μήνες, εβδομάδες, πέρασαν σε ένα δημιουργικό παροξυσμό. Οποτε βλέπαμε τον Γιάννη στην παρέα, μας μίλαγε για κάποιον αλλοδαπό (βρήκα έναν Γερμανό, βρήκα έναν Αυστριακό, βρήκα έναν Γάλλο) που θα του έστελνε κάποιο πράγμα που του έλειπε. Αν δεν μας μίλαγε για τους ξένους που στέλνουν πράγματα, θα μας μίλαγε για τον μηχανικό του που θέλει πράγματα. Αν δεν μας μίλαγε για τον μηχανικό του που θέλει πράγματα, θα μας μίλαγε για έναν τύπο στο Κερατσίνι που κάνει βούρτσισμα στα αλουμίνια, ή για έναν τύπο στα Καμίνια που κάνει μοντίφες στις βαλβίδες, ή για έναν τύπο στη Λάρισσα που έκανε skype και του έδειξε μια έτοιμη σαν τη δικιά του που την έφτιαχνε εδώ και 5 χρόνια.
Οι εβδομάδες έγιναν μήνες, οι μήνες χρόνος και κάποια εβδομάδα του Ιουνίου, ένα δροσερό απόγευμα όπου το αεράκι φύσαγε στους δρόμους της πόλης, δώσαμε ραντεβού στο Θησείο, όλη η παρέα για να μας φέρει ο Γιάννης να καμαρώσουμε τη επιτέλους έτοιμη μηχανάρα του.
Μαζευτήκαμε νωρίς για να πιούμε καφέ και να συμφωνήσουμε πως θα του πούμε να την πουλήσει πριν του βγάλει καμιά ζημιά και ψάχνει αγοραστή για τα νεφρά του.
Κάτσαμε σε ένα τραπεζάκι, ανάψαμε τα τσιγάρα μας, ρουφήξαμε το παγωμένο καφεδάκι μας και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.
-   Ελα, τι έγινε
-   Εμεινα. Δεν είναι τίποτα, μάλλον το καρμπυρατέρ έχει σκουπιδάκι. Περιμέντε με έρχομαι.
-   ΟΚ, με το πάσο σου.
Το καφεδάκι έγινε μπύρα, η μπύρα έγινε τζιν με λεμονάδα, η νύχτα έπεσε γλυκά στην πόλη και ο Γιάννης άφαντος.
Ας τον πάρουμε να δούμε τελικά.
-   Ελα ρε που είσαι
-   Στο μηχανικό μου.
-   Τι μηχανικό ρε, είναι 10 το βράδυ.
-   Ε, υπήρξε μια επιπλοκή. Κλώτσησε η φλάτζα και μάλλον κόλλησε ο δεξής κύλινδρος.
-   Μάλλον?
-   Ε όχι μάλλον, εντάξει κόλλησε.
-   Και τώρα τι κάνεις?
-   Τσακώνωμαι.
-   Οκ. Καλή τύχη.
Από τότε, ο Γιάννης άλλαξε τρείς μηχανικούς. Ο ένας πιο σκιτζής από τον άλλον. Ο ένας πιο ακριβός από τον άλλον. Ο ένας πιο λαμόγιο από τον άλλον.
Μέχρι που ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό μου.
-   Ελα τι έγινε
-   Βρήκα τι φταίει
-   Τι φταίει? (το ξερό σου το κεφάλι που δεν ακούει φταίει)
-   Φταίει που δεν πονάνε το μηχανάκι ρε, αποφάσισα. Θα πάρω το manual του Haynes και θα το φτιάξω μόνος μου.
-   Η Ζωή τι λέει για αυτό?
-   Τι να λέει, είχαμε μια επιπλοκή με τη Ζωή, είπε πως δεν αφιερώνω αρκετό χρόνο στη σχέση μας και τελικά τα χαλάσαμε
-   (πάει το κοκκινιστό παλιομ$λάκα) Α ρε Γιάννη, Α ρε Γιάννη…. Τεσπα, ότι πεις, καλή τύχη.
Τις επόμενες εβδομάδες ο φιλαράκος μας πήγε και πήρε ένα σετ εργαλεία, έναν πάγκο, ένα γρύλλο, μέγγενη και ξεκίνησε να φτιάχνει τον κινητήρα από την αρχή.
Οι εβδομάδες έγιναν μήνες, οι μήνες χρόνος, η Ζωή εγινε μητέρα (με άλλον άντρα), τα μαλλιά του Γιάννη άσπρισαν, εγώ πέρασα σούπερ τέλεια στις διακοπές μου (αυτός πάλι δεν είχε λεφτά για να πάει γιατι του τα έτρωγε όλα η R51) μέχρι που μια μέρα, το τηλέφωνο χτύπησε και η ποθητή ανακοίνωση ακουστηκε στα αυτιά μου.
-   Ελα ρε, δουλεύει.
-   Δουλεύει – δουλεύει η θα πάμε πάλι να σε περιμένουμε και δεν θα έρθεις ποτέ?
-   Όχι ρε, έχω κάνει δοκιμές, είναι κομπλέ. Αν θέλεις κάτι να γίνει κάντο μόνος σου. Η μηχανή είναι τζετ.
-   Οκ. Θησείο απόψε?
-   Θησείο απόψε.
Μαζευτήκαμε πάλι λίγο μουδιασμένοι, χωρίς περιπαικτική διάθεση.
Ο Γιάννης ήρθε.
Η BMW ακουγόνταν σαν ρινόκερος με καρδιακή ανεπάρκεια στα πρόθυρα του θανάτου.
****γε, αλλά με δυσκολία. Φρενάριζε, αλλά κάνοντας ένα ουιιιιιιιιιιιιιιτςςςςςςςςς λες και έξυνες τα νύχια σου επάνω στον μαυροπίνακα του σχολείου. Τα ηλεκτρικά της ήταν αλλού ντ αλλού. Πάταγες κόρνα και άναβε το πίσω φανάρι.
Μείναμε λίγο αμίλητοι.
-   Εντάξει, δεν είναι τέλεια, αλλά σιγά σιγά θα την φέρω. Τώρα το έχω πια το άθλημα.
-   Μπράβο Γιάννη, καλά χιλιόμετρα.
Χάρηκε.
Μετά τον καφέ ξεκίνησε να φύγει για να μην τον πάρει βράδυ καθώς –υπήρχε κάποιο μικρό πρόβλημα με τα φώτα-
Εμείς αποφασίσαμε να μείνουμε λίγο ακόμα.

Και τότε πάρθηκε η απόφαση.

Το επόμενο Σαββάτο το βράδυ πήραμε ένα φορτηγάκι από έναν φίλο.
Πήγαμε στο σπίτι του Γιάννη.
Ανοίξαμε το γκαραζ και φορτώσαμε τη μηχανή.
Την πήγαμε στο εξοχικό του Κώστα στην Σαρωνίδα.
Την βάλαμε στο γκαραζ του.
Γυρίσαμε στα σπίτια μας.

Το επόμενο πρωί της Κυριακής ενας κατεστραμένος Γιάννης μας πήρε τηλέφωνο και μας ανακοίνωσε την δραματική κλοπή και την ψυχολογική του συντριβή.
Ολοι μαζί τρέξαμε να τον συνδράμουμε στη δυστυχία του.
Κουράγιο φίλε, δεν πειράζει, κάτι θα γίνει, θα τη βρούμε, θα δεις όλα καλά θα πάνε.
Ενας συντριμμένος Γιάννης μας ράγιζε την καρδιά.
Βάλαμε αγγελία στην εφημερίδα, εκλάπει BMW μπλα μπλα μπλα διδεται αμοιβή. Τηλέφωνο και καλά βάλαμε το δικό μου για να κάνω διαπραγματεύσεις.

Τις επόμενες εβδομάδες πήγαμε τη μηχανή σε έναν σωστό μάστορα και βάλαμε ρεφενέ όλοι μαζί χιλια πεντακόσια ευρώ για να την φτιάξει.
Αφού βεβαιωθήκαμε ότι όλα δουλεύουν ρολόι, αφού κάναμε από πέντε βόλτες ο καθένας και πιστοποιήσαμε πως όλα είναι όπως πρέπει, φορτώσαμε τη μηχανή και  την αφήσαμε πέντε τετράγωνα δίπλα στο σπίτι του και ένας από εμάς φύλαγε τσίλιες μην έρθει κανα καλόπαιδο και τη βουτήξει.

Πήρα τηλέφωνο τον Γιάννη.
-   Ελα τι έγινε?
-   Μ%λάκα είσαι τυχερός. Με πήρανε τηλέφωνο. Το κανόνισα. Σε μισή ώρα πήγαινε στην οδό Τάδε και πάρε τη μηχανή σου.
-   (Σιωπή) σοβαρά μιλάς?
-   Ναι, άντε.
Φύγαμε όλοι μαζί πακέτο και πήγαμε εκεί που είχαμε αφήσει τη μηχανή.

Ενας τρεμάμενος Γιάννης την έβαλε μπροστά, σχεδόν κλαίγοντας.
Ξεκίνησε και την πήρε σπίτι.
Ακολουθήσαμε.
Την πάρκαρε.
Ηπιαμε κάτι μπύρες μας ευχήθηκε όλα τα καλά του κόσμου και φύγαμε. (ήρεμοι μετά από τρία χρόνια). Επιτελους το μαρτύριο τελειώσε. Μας κόστισε βέβαια κατι παραπάνω αλλά σώσαμε τον φίλο μας.

Πέντε μέρες μετά, πάλι τηλέφωνο ο Γιάννης, να κατεβούμε Θησείο. Είχα και δουλειά δεν τον ρώτησα πολλά, είπα ΟΚ.
Μαζευτήκαμε πάλι όλοι και τον περιμέναμε.
Εφτασε με μια Honda Varadero.

-   Τι είναι αυτό ρε μ$λάκα?
-   Ξερετε παιδιά, ξενέρωσα τόσο με την BMW, που την έδωσα και πήρα τη Χόντα να ηρεμήσει το κεφάλι μου.
-   Τι έκανες λέει?
-   Ναι, παιδιά είχατε δίκιο, δεν είναι τα παλιά εύκολη υπόθεση. Εχασα και τόσα λεφτά (εμείς να δεις) έχασα και τόσο χρόνο. Σταθείτε, που πάτε γιατί φεύγετε?
Και οι τέσσερις υπόλοιποι, σηκωθήκαμε, τον μουτζώσαμε, καβαλήσαμε τις μηχανές μας και φύγαμε.

Του ξαναμιλήσαμε μετά από 5 μήνες, όχι γιατί αλλάξαμε γνώμη ότι είναι μ#λάκας, αλλά επειδή βρήκε μια καινούργια γκόμενα που έφτιαχνε φανταστικό φρικασέ και μας φώναζε τις Κυριακές για τραπέζι.


Καλούς δρόμους.

Αποσυνδεδεμένος ZORDAN

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • I Live Here
  • *
  • Μηνύματα: 7931
  • Minority Report
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #1 στις: Ιούνιος 15, 2016, 03:14:19 μμ »
Μαμάει το edge εε?!!  :notworthy: ...ούτε ένα περιττό μπαρμπαδάκι!  :thumbsup:

 :hehe:
Never ride faster than your guardian angel can fly

Αποσυνδεδεμένος PanLampro

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1028
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #2 στις: Ιούνιος 15, 2016, 05:04:09 μμ »
Τα κλασσικα, δεν θα τα ξαναβρίσεις!


Τα κλασσικα.....!

:clap :clap :clap
Θα με φάει η περιέργεια...
Τί είναι μετά την επόμενη στροφή?

Αποσυνδεδεμένος gregoryp

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Fetish
  • ***
  • Μηνύματα: 414
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #3 στις: Ιούνιος 15, 2016, 07:31:10 μμ »
Ωραίο κείμενο. Οικείο το στυλ γραφής, γράφεις και σε κανένα blog κατα τύχη;

Αποσυνδεδεμένος astrahan

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • I Live Here
  • *
  • Μηνύματα: 5175
  • ut tensio, sic vis
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #4 στις: Ιούνιος 15, 2016, 07:45:02 μμ »
 :hehe:

γαμάτο...  :bier:


ρε μήπως είσαι ο Λύκος; γιατί έχεις το στόμα του...
ex...

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #5 στις: Ιούνιος 15, 2016, 08:52:33 μμ »
Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.
Όχι δεν είμαι ο Λύκος.
Κατά καιρούς έχω γράψει σε διάφορα μέσα με διάφορα ονόματα, είχα καιρό να βγω "στον αέρα"  και ελπίζω εδώ να βρω τη χαρά της επικοινωνίας όπως τη φαντάζομαι.

Αποσυνδεδεμένος Vagpap

  • Συντονιστής
  • Guzzi Maniac
  • ****
  • Μηνύματα: 1322
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #6 στις: Ιούνιος 15, 2016, 09:20:06 μμ »
 :hehe: :hehe:

Καλό 👍 !!! Πολύ καλό..!

This is Toumba.....

Αποσυνδεδεμένος Rory

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Crazy
  • ****
  • Μηνύματα: 644
    • Tiger 1050
    • http://www.rorygallagher.com/
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #7 στις: Ιούνιος 15, 2016, 09:48:29 μμ »
" Όταν κάτι παράξενο με πιάνει
δεν είναι τυχαίο που συναντάω πάντα τον Γιάννη
κι απ' της ζωής μου τα ψηλά με ξελαφρώνει
δώσ' του θεέ μου να κρατάει για πάντα το τιμόνι. "
Keep on Rockin in the free world

Αποσυνδεδεμένος aquile

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1041
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #8 στις: Ιούνιος 16, 2016, 08:18:19 πμ »
Σε βάζει δυνατά στο θέμα "απότομος έρωτας με τα κλασσικά".
Οι 3 στους 5 λάτρεις, κάνουν ό,τι και ο Γιάννης.
Οι υπόλοιποι 2 κολλάνε και συνεχίζουν!

Άριστο! :thumbsup:
Γυρνωντας προς τα πισω ολοταχως, προσπερασαμε δυστυχως και την εποχη του Carlo...

KTiNoS

  • Επισκέπτης
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #9 στις: Ιούνιος 16, 2016, 10:06:33 πμ »
Ta BMW είναι καταραμένα μηχανάκια.
Έχουν βάλει οι ναζί το γκ Ωλο τους πάνω και τα χουν μαγαρίσει.
Ουδεις μακροημέρευσε με τέτοιο μηχανάκι.




υγ σωραίος όμως

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #10 στις: Ιούλιος 05, 2016, 08:29:14 πμ »
O MαστροΘανάσης. (1998)

Τον ΜαστροΘανάση τον γνώρισα εντελώς τυχαία μια μέρα που μου χάλασε η βέσπα στο δρόμο για τον Πειραιά.
Είχα ξεκινήσει κανονικά και μεσα στην καλή χαρά από το σπίτι, κατέβηκα μέχρι το Σύνταγμα κύριος και ατσαλάκωτος και εκεί που βρισκόμουν κοντά στο Ωνάσειο στη Συγγρού, άρχισε το TS να κάνει έναν θόρυβο σαν κομπρεσέρ που δεν σταμάταγε ούτε χωρίς ταχύτητα στο ρελαντί.
Έπιασα τον παράδρομο έσβησα και άνοιξα το καπάκι να δω αν μπορώ να βγάλω κάποια άκρη με το τι συμβαίνει.
Ακολούθησα όλες τις κλασικές και δοκιμασμένες διάγνωσης βλάβης που ήξερα μέχρι τότε, δηλαδή άναψα τσιγάρο κοιτώντας τον κινητήρα, κάθισα στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια, πήρα τηλέφωνο δυο τρεις γνωστούς μπας και τους έχει τύχει, αλλά δεν η κατάσταση δεν διορθώθηκε καθόλου.

Εκεί που είχα αποφασίσει πως πρέπει να φωνάξω οδική βοήθεια να με μαζέψει, η τύχη, το κάρμα, το πεπρωμένο, δεν ξέρω ποια δύναμη, έστειλε στον ίδιο δρόμο με εμένα έναν μπάρμπα γύρω στα 80 με κουστούμι, καπέλο και μια πλαστική σακούλα Σκλαβενίτη γεμάτη κρουασάν.
Τον είδα να έρχεται κοντά μου ανηφορίζοντας με την πλάτη στον ήλιο σέρνοντας τα βήματά του.
Σταμάτησε δίπλα μου και κοίταξε πρώτα εμένα και μετά τη βέσπα.
Βέσπα; με ρώτησε.
(όχι Τζάγκουαρ αλλά δεν έτρωγε μικρή το φαϊ της και της χάλασε η ανάπτυξη, ήθελα να του απαντήσω)
Βέσπα, του απάντησα

Λάστιχο; με ξαναρώτησε

Όχι, κάτι μηχανικό δεν ξέρω τι είναι, απάντησα.

Αυτές παθαίνουν συχνά λάστιχο, συνέχισε.

Αυτή τη φορά δεν είναι λάστιχο, απάντησα, και εκεί που ήμουν έτοιμος να του πάρω τη σακούλα με τα κρουασάν και να του την φέρω στο κεφάλι, έκανε την υπέρτατη δήλωση:
Να την πας στο ΜαστροΘανάση, αυτός ξέρεις τις βέσπες.

Έμεινα αποσβολωμένος για λίγο, νόμισα πως το μυαλό μου παίζει παράξενα παιχνίδια, πίστεψα ότι δεν άκουσα καλά. Γύρισα και τον κοίταξα με έκπληξη.
Στο Μαστροθανάση να την πας. Αμφιθέας. Τσακ μια έτσι θα κάνεις και είναι δίπλα. Ξέρει από βέσπες, είπε και ξεκίνησε να φύγει.
Σηκώθηκα και τον πήρα στο κατόπι.
Συγνώμη, που ακριβώς είναι ο Μαστροθανάσης, ρώτησα
Αμφιθέας, απάντησε ο γέρος, μπες Αμφιθέας δίπλα στο λαστιχάδικο. Ξέρει από βέσπες, ξαναείπε και συνέχισε να περπατάει.
Κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να βγάλω παραπάνω πληροφορίες από τον μπάρμπα και αμέσως γύρισα στη βέσπα, έκλεισα το καπάκι, έβαλα μπρος, ξεκίνησε και ο φρικτός κομπρεσερίσιος θόρυβος και με φόβο μην τυχόν και πάρω το βολάν στο χέρι, ξεκίνησα σιγά - σιγά για Αμφιθέας.
Έκανα το γύρο της γέφυρας, πέρασα κάτω από την Συγγρού, εντόπισα το λαστιχάδικο και ακριβώς δίπλα του μια τρύπα, που έγραφε "Γενικό Συνεργείο Μοτοσυκλετών Μοτοποδηλάτων ΘΑΝΑΣΗΣ" σε μια ταμπέλα φτιαγμένη γύρω στο 60 και σίγουρα ασυντήρητη από τότε.
Γύρω γύρω καμιά 10αριά κουφάρια από βέσπες σε άθλια κατάσταση, κομμένα, σαπισμένα, σκουριασμένα, βαμμένα με λαδομπογιά και κινητήρες και ανταλλακτικά σκόρπια παντού στο πάτωμα.

Έσβησα τη μηχανή, κατέβηκα και προχώρησα μέσα στο σκοτεινό συνεργείο.
Στο βάθος μια φιγούρα άντρα με μπλέ φόρμα είχε βάλει επάνω στον πάγκο ένα μπροστινό από βέσπα και το χτύπαγε με ένα τεράστιο λαστιχένιο σφυρί συλλαβιστά.
Τι εννοώ συλλαβιστά;

Είχε βάλει το μπροστινό στον πάγκο και σε κάθε σφυριά έλεγε και μια συλλαβή.
ΓΚΑΠ
ΓΑ
ΓΚΑΠ
ΜΗ
ΓΚΑΠ
ΜΕ
ΓΚΑΠ
ΝΟ
ΓΚΑΠ
ΜΠΕΣ
ΓΚΑΠ
ΜΕ
ΓΚΑΠ
ΣΑ
ΓΚΑΠ
ΓΑ
ΓΚΑΠ
ΜΩ
ΓΚΑΠ
ΤΟ
ΓΚΑΠ
ΣΠΙ
ΓΚΑΠ
ΤΙ
ΓΚΑΠ
ΣΟΥ

Πλησίασα όσο πιο απαλά μπορούσα και στάθηκα πίσω του και πλάι ώστε να με βλέπει αλλά και να δείξω τον σεβασμό μου στην μαστοροσύνη του και να μην τον διακόψω. (είναι απαραίτητο να μην διακόπτεις έναν μάστορα όταν εκτελεί τέχνη, δεν τους αρέσει, σε παίρνουν με στραβό μάτι).

Γύρισε και με κοίταξε λοξά.
Τι θες; με ρώτησε.
Εχει χαλάσει η βέσπα μου, κάνει ένα θόρυβο, με έστειλαν σε εσάς, μου είπαν ξέρετε τις βέσπες.
Παράτησε το μπροστινό και το σφυρί και σκούπισε τα χέρια του σε ένα πανί.
Βγήκε έξω και τον ακολούθησα.
Επιασε τη βέσπα μου και της τράβηξε μια μανιβελιά.
Η βέσπα πήρε μπρος με τον γνωστό φρικτό κομπρεσερίσιο θόρυβο.
Γύρισε και με κοίταξε.
Χαλασμένη είναι, μου είπε.
(ρε π%ύστη μου, γάτα είσαι, με μιας το κατάλαβες, εσύ δεν είσαι μάστορας, είσαι επιστήμονας)
Ναι, πράγματι, του είπα. Τι έχει όμως άραγε, τον ρώτησα.
Εσκυψε και έβγαλε το καπάκι. (τον πρόλαβα στο τσακ πριν το αφήσει στο πεζοδρόμιο από τη μεριά του χρώματος και του το πήρα ευγενικά από τα χέρια).
Κάθησε στο πεζοδρόμιο και άναψε τσιγάρο.
(μεγάλε, αυτά τα έκανα και εγώ μισή ώρα πριν, δεν πιάνουνε)
Εβαλε τα χέρια στο κεφάλι.
(κοίτα να δεις που τελικά είμαι πλασμένος για μηχανικός)
Πλησίασε τον κινητήρα που συνέχιζε να δουλεύει και μετά σηκώθηκε και έσβησε την βέσπα.
Ηρθε προς τα εμένα και είπε με ύφος καρδιολόγου που ανακοινώνει στους συγγενείς πως ο άνθρωπός τους χρειάζεται μεταμόσχευση καρδιάς:
Ρουλεμάν, δεν έχω τέτοιο, θα πας Σπύρου Πάτση 54 στο Γιώργο. Θα του πείς ότι θέλεις ένα γερμανικό, όχι κινέζικο, γερμανικό, γύρισε και με ξανακοίταξε
Τι θα του πεις? με ρώτησε
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ, είπα εγώ με γεμάτα πνευμόνια σε στάση προσοχής
Ωραία, συνέχισε, ένα ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΟΟΟΟ οχτάρι, θα το πάρεις θα το φέρεις και θα το βάλουμε.
Τη βέσπα θα την αφήσεις εδώ να τη λύσω και όταν φέρεις το ρουλεμάν, το βάζουμε και έμαστε έτοιμοι.
Μάλιστα, είπα γεμάτος χαρά και υποταγή. (ο μάστορας είχε κάνει σε 5 λεπτά διάγνωση, έδωσε λύση και μάλιστα μου υπέδειξε και το μαγαζί με τα ανταλλακτικά)
Φεύγω και έρχομαι σε μισή ωρίτσα το πολύ.
Αντε, είπε, τρέχα.

Τσίμπησα ένα ταξί, που πάμε, Σπύρου Πάτση 54 και θα με περιμένεις να γυρίσουμε πίσω.
Κούρσα θανάτου με τον ταρίφα για να μην περιμένει ο μάστορας, αγορά ρουλεμάν στροφάλου ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΕΙΠΑΜΕ, ΟΧΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΚΙΝΕΖΙΚΟ, ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ, ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΟΤΕΡΟ, ΤΟ ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ ΤΑ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝΕ και καπάκι επιστροφή στον μάστορα.

Κρυάδα πρώτη.
Η βέσπα εκεί που την άφησα.
Κρυάδα δεύτερη.
Ο μάστορας στο βάθος πεσμένος χύμα σε μια καρέκλα, με ένα μπουκάλι τσίπουρο δίπλα του, ένα ποτήρι άδειο στο χέρι, άδειο βλέμμα και ταξιδεμένο εγκέφαλο να ακούει από το ραδιόφωνο "υπάρχω" του Καζαντζίδη.
Φρίκη.
Γύρισε και με κοίταξε με αυτά τα άδεια μάτια...
Πουτ****ς, είπε σέρνοντας τις συλλαβές.
Είναι ολες πουτ***ς, Τ ΑΚΟΥΣ?

Εμεινα εκεί με το κουτάκι με το ρουλεμάν στο χέρι μην ξέροντας τι άλλο να κάνω.
Μάστορα, μήπως να πιάναμε τη βέσπα λίγο να την τελειώναμε;
Εκανε ένα ήχο σαν γκρουάαααααρρρρ, πέταξε το ποτήρι στο βάθος του μαγαζίου, αυτό έγινε κομμάτια και αμέσως μετά ξαναφώναξε ΠΟΥΤ********Σ ΟΛΕΕΕΕΕΣ.
Αυτό ήταν.
Γύρισε το κεφάλι στο πλάι και άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί από την λήθη του ποτού.

Όχι ρε π***η μου, όχι.....
Εμεινα, βρήκα γέρο που με έστειλε σε μάστορα, βρήκα μάστορα που έδωσε λύση, έκανα ότι έπρεπε, βρήκα το ανταλλακτικό και λίγο πριν πιώ νερό, στέρεψε το πηγάδι.
Κοίταξα με απόγνωση τον ουρανό... Πάλι μου παίζεις παιχνίδια, πάλι με ταλαιπωρείς.... ΓΙΑΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ φώναξα προς τον ουρανό....
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΤ*****Σ ακούστηκε από μέσα η φωνή του μάστορα.

Εμεινα ακίνητος μπροστά στην πόρτα του μαγαζίου, από πίσω άρχισε να ακούγεται ένα ροχαλητό και στην καρδιά μου τρύπωσε η παγωνιά της απογοήτευσης.

Αποφάσισα ότι αυτό ηταν, δεν με πάει, και ξεκίνησα για να φύγω.
Πριν κλείσω το καπάκι, έβαλα μια μπροστά τη βέσπα μπας και, μη τυχόν και κάτι έχει στρώσει.
Ο θόρυβος ίδιος, με μια διαφορά όμως.
Πίσω από τη φτερωτή είδα να γυρίζει κάτι που δεν μου άρεσε.
Κάτι περίσευε.
Εσβησα και ξανακοίταξα.
Πλησίασα και τι να δώ.
Ένα συρμα, ποιος ξέρει που βρέθηκε εκεί, είχε τυλιχτεί στον άξονα.
Μπήκα στο συνεργείο, πηρα μια πένσα, τράβηξα το σύρμα, έβαλα μπρος....
Η βέσπα ξεκίνησε μια χαρά.
Μηδέν θόρυβος...
Εκλεισα το καπάκι καβάλησα και έφυγα.

Για Πειραιά είχα αργήσει πλέον και έτσι την έκανα για Φλοίσβο η παρέα ήταν ήδη στο γνωστό σημείο και είχε κάτσει στο τραπέζι κοζάροντας δεξιά αριστερά τις γυναίκες σαν συμμορία λυκων.
Παρήγγειλα ένα ποτό και έτσι όπως έβαλα το χέρι στην τσέπη του μπουφάν για να βγάλω τα τσιγάρα, έπιασα το κουτάκι του ρουλεμάν.
Το έβγαλα και το ακουμπησα στο τραπέζι.
Τι γυρνάς ρε μ****α με το ρουλεμάν στο χέρι με ρώτησε ένας από τους φίλους.

Κούνησα το κεφάλι και τον κοίταξα...

Γιατί είναι ολες π****ς ρε, του είπα και παρήγγειλα ακόμα ένα.....
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 05, 2016, 04:37:16 μμ από Vagpap »

Αποσυνδεδεμένος nivara

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 201
    • Δρομολόγιο
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #11 στις: Ιούλιος 05, 2016, 10:20:51 πμ »
 :hehe: :ha: :blol: :anigrin:

Αποσυνδεδεμένος aquile

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1041
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #12 στις: Ιούλιος 05, 2016, 12:28:52 μμ »
Εσένα θέλουμε, συνέχισε έτσι!  :thumbsup:

Καταπληκτικό :notworthy:

Γυρνωντας προς τα πισω ολοταχως, προσπερασαμε δυστυχως και την εποχη του Carlo...

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #13 στις: Ιούλιος 11, 2016, 09:52:15 μμ »
και για να φύγουμε λίγο απο τα κλασικά και να μπούμε σε ένα κλίμα πιό δροσερό απο το καλοκαίρι άντε και μια χειμωνιάτικη ιστορία απο τα παλιά


Μράγκοβο 10 χιλιόμετρα

(2001)


Πήγαινε ώρα που είχα περάσει το Μπισκούπιεκ μέσα στη νύχτα. Η βροχή είχε περάσει πλέον μέσα από τα γάντια και ένοιωθα τα χέρια μου βαριά και υγρά, παγωμένα, να στάζουν και να κοκαλώνουν.
Το κοντέρ στην μηχανή είχε χαλάσει εδώ και δυό μέρες, οπότε μόνο κατά προσέγγιση μπορούσα να υπολογίσω την απόσταση από το Μράγκοβο.
Με τους ρυθμούς που πήγαινα υπολόγιζα πως είμαι κάπου στα μισά της διαδρομής και πως χρειάζομαι ακόμα αρκετή ώρα. Μπορεί και όχι.
Δεν ήξερα, τα είχα χαμένα. Τόσο κρύο και τέτοια κακοκαιρία δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου.
Η μηχανή ήταν λερωμένη με λάδια και λασπόνερα από το δρόμο και όσο προχώραγα σε αυτόν τον κωλόδρομο, το φαίρινγκ γέμιζε κατακάθια από τη βρώμα που έσερνε μαζί του ο αέρας.
Σε κάθε στροφή ο πίσω τροχός γλύστραγε, σε κάθε φρενάρισμα ο μπροστινός τράβαγε δεξιά.
Οι ριπές του αέρα κάθε φορά κόντευαν να με ξηλώσουν από τη σέλα.
Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει, το σώμα μου εγκατέλειπε και σιγά -σιγά, κατέβαζε έναν-έναν τους διακόπτες.
Οδηγούσα με χίλια λάθη την ώρα, σε μια κλειστή στροφή κόντεψα να πέσω πάνω στα βράχια. Άναψα τους βοηθητικούς προβολείς και δεν τους έσβηνα ούτε όταν πετύχαινα άλλο όχημα από απέναντι. Δυο τρία φορτηγά μου άναψαν τα μεγάλα. Πόσα δεν θα έδινα αυτό το φως να με ζέσταινε κιόλας.
Λίγο αργότερα με έπιασαν ρίγη.
Η βροχή συνέχιζε. Η ανάσα μου θόλωνε το κράνος όλο και πιό γρήγορα. Ο πυρετός της κούρασης ήρθε αμέσως μετά.
Δεν μπορούσα ούτε να κρατήσω το τιμόνι.
Σταμάτησα στο πρώτο πάρκιγκ που βρήκα, ούτε ταμπέλες, ούτε φώτα.
Έστησα τη μηχανή στο διπλό σταντ και κάτω από την βροχή, τον αέρα, χωρίς να ελέγχω τα χέρια μου, έστησα όπως-όπως τη σκηνή.
Δεν άντεχα άλλο.
Την τελευταία μου δύναμη την χρησιμοποίησα για να ξεζέψω τις βαλίτσες και να τις πάρω μέσα στην τέντα.
Έλυσα τον υπνόσακο, έβγαλα τα αδιάβροχα, τα πέταξα κουβάρι στην άκρη ξεκόλλησα από πάνω μου τα δερμάτινα και μπήκα με τα ισοθερμικά μέσα στο τσουβάλι.
Κουκουλώθηκα μέχρι τα φρύδια και έκατσα έτσι, με την αναπνοή μου να με ζεσταίνει μέχρι που αποκοιμήθηκα δεν θυμάμαι για πόσο.
Ξύπνησα και δεν ήξερα αν είναι μέρα η νύχτα. Απέξω άκουγα ξανά τη βροχή και τον αέρα να λυσσάνε.
Ξανακοιμήθηκα. Εκανα ύπνο άσχημο, τυλίχτηκα στον υπνοσάκο, χτύπαγαν τα δόντια μου, τα χέρια μου ήταν ξερά, έβλεπα πως φεύγει η τέντα, πως έπεσε η μηχανή, πως με σκοτώσανε.
Ξύπνησα ακόμα δυό φορές αλλά δεν χόρταινα τον ύπνο. Κάποια στιγμή με έκοψε η πείνα. Άπλωσα το χέρι και βούτηξα από την τσάντα μια σοκολάτα.
Ο αέρας χτύπαγε αλύπητα. Βροχή δεν άκουγα πλέον στο νάιλον. Αλλά και να έπεφτε με τέτοιο αέρα που να φτάσει ο ήχος.
Πόναγαν τα πόδια μου. Πόναγε το κορμί μου. Ήθελα να κατουρήσω. Έπρεπε να σηκωθώ. Αν ήταν δυνατόν θα έκαιγα και τη μηχανή μαζί με την σκηνή και τα πράγματά μου, αρκεί να ένοιωθα λίγη ζέστη.
Σηκώθηκα στα γόνατα και άνοιξα το φερμουάρ της σκηνής. Κοίταξα έξω.
Νύχτα. Νύχτα ίδια μέρα ή νύχτα άλλη μέρα?
Στο δρόμο κανένας. Βροχή δεν είχε αλλά από τον αέρα δεν μπορούσες να σταθείς. Γύρισα μέσα στη σκηνή και κατούρησα σε μια πλαστική σακούλα και την πέταξα έξω.
Μέχρι να πέσει κάτω είχε εξαφανιστεί.
Άφησα το φερμουάρ της σκηνής λίγο ανοιχτό και έβαλα νερό στο γκαζάκι.
Ζεστάθηκε αργά.
Έβγαλα την κούπα μου και έφτιαξα καφέ.
Έσφιξα με τα δάχτυλα το τσίγκινο σκεύος για να ζεσταθώ και τότε πήρα μπρος.
Η ζωή ξεκίνησε να μπαίνει μέσα μου από τα νύχια.
Απο μπλέ γίνανε ροζ και σιγά-σιγά τα δάχτυλα ξεμπλοκάρισαν.
Το στήθος μου έκαιγε όπως κατέβαινε ο πικρός καφές.
Ένοιωσα την καρδιά μου να ανεβάζει παλμούς.
Ένοιωσα πάλι δυνατός.
Ήπια δυο καφέδες και ένα τσάι μέχρι που τελείωσα το απόθεμα από νερό εντελώς.
Έφαγα άλλη μια σοκολάτα και ένα κουτάκι μπισκότα. Μετά άνοιξα μια κονσέρβα κορν μπηφ και την ζέστανα και αυτή. Έλιωσε μέσα στο ζελέ του και το τσίμπαγα με το πιρούνι σαν θεία κοινωνία.
Στο τέλος άναψα και ένα τσιγάρο.
Αφού καπνίζω και το χαίρομαι, είμαι καλά, είπα.
Ντύθηκα πάλι τα δερμάτινα και τις μπότες, τύλιξα δυό φορές το κασκώλ στο λαιμό μου και βγήκα έξω.
Σκοτάδι από πάνω, αλλά στο βάθος χάραζε η μέρα.
Ενα φορτηγό πέρασε και κορνάρησε.
Κούνησα το χέρι.
Οπως έφευγε είδα τα φώτα του σαν αστραπή να περνάνε πάνω από μια πεσμένη ταμπέλα στην άκρη του παρκινγκ.
Μράγκοβο 10 χιλιόμετρα.
Έβαλα τα γέλια. Αρχισα να γελάω σιγά στην αρχή και μετά όλο και πιό δυνατά. Μέχρι που με πόνεσε το συκώτι μου και τα πνευμόνια που από τον παγωμένο αέρα που ανέπνεα.
Είχα περάσει τη χειρότερη νύχτα της ζωή μου, δέκα γαμημένα χιλιόμετρα μακρυά απο το ξενοδοχείο μου.
Δέκα γαμημένα χιλιόμετρα, ακριβώς δέκα, σε ένα πάρκινγκ να σκέφτομαι αν θα ζήσω η θα πεθάνω.
Δέκα χιλιόμετρα, έξω απο τον προορισμό μου.
Μάζεψα τα πράγματα και έβαλα μπροστά τη μηχανή.
Είχε χαράξει και το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έφτασα στο Μράγκοβο ήταν να βάλω μια ντίζα στο κοντέρ.
Ποτέ πιά χωρίς χιλιομετρητή σωστό στα ταξίδια. ΠΟΤΕ.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 12, 2016, 04:05:53 μμ από Vagpap »

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Απ: Κλασσικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλλας
« Απάντηση #14 στις: Ιούλιος 11, 2016, 09:56:51 μμ »
και απο το ίδιο ταξίδι, συνεχίζουμε με μια παγωμένη Βιέννη.

Βιέννη, ή αλλιώς Επιστροφή, μέρος 1ον

Μπαίνοντας στη Βιέννη, η θερμοκρασία είχε κατέβει κι άλλο. Δεν ξέρω πόσο ακριβώς αλλά έβλεπα τα βρεγμένα γάντια μου να κρυσταλλώνουν στα σημεία των κλειδώσεων.
Παρόλο που οι "χούφτες" της μηχανής έδιωχναν τον αέρα μακριά, το ψύχος έκανε σιγά - σιγά την εμφάνισή του.
Λίγο πιο έξω από την πόλη το μπροστινό σύστημα άρχισε να ελαφρώνει και κατάλαβα με φρίκη πως οδηγούσα επάνω σε σχηματιζόμενο παγετό, τον λεγόμενο "μαύρο πάγο".
Με είχαν προειδοποιήσει οι Γερμανοί φίλοι για αυτό το φαινόμενο.
Η άσφαλτος σε εκείνα τα μέρη έχει βάθος και όταν μέσα έχει μαζέψει νερό, αυτό παγώνει με αποτέλεσμα να νομίζεις πως κινείσαι με ασφάλεια σε στεγνό δρόμο, ενώ στην πραγματικότητα είσαι επάνω στην κόψη του ξυραφιού.
Χαλαρά άφησα την ταχύτητα να κατέβει στα 50 χιλιόμετρα και χωρίς καθόλου φρένα, με τρίτη ταχύτητα ρολάρισα σταθερά μέχρι την είσοδο της πόλης.
Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να περάσω μέσα απο τη Βιέννη νύχτα και να ακολουθήσω τον Α2 για τα Ιταλικά σύνορα όσο πιό γρήγορα μπορούσα.
Ο καιρός πλέον δεν ήταν για αστεία και όσο γενναίος και να νοιώθεις μετά απο 4.300 χιλιόμετρα και δυό μήνες στο δρόμο, πάντα σκέφτεσαι πως θέλεις να είσαι και γερός στο τέλος της ημέρας για να το ξανακάνεις.
Οσο πλησίαζα την πόλη, τόσο εξανεμιζόταν οι ελπίδες μου για touch and go στη Βιέννη.
Το χιόνι ξανάρχισε να πέφτει και παρόλο που ο τέλειος φωτισμός του δρόμου βοηθούσε στην ανάγνωση των λωρίδων, καμιά εμπιστοσύνη δεν μου ενέπνεε η συνέχεια της διαδρομής.
Μπαίνοντας στην πόλη, ένοιωσα τη θερμοκρασία να ανεβαίνει λίγο και ανάκτησα την εμπιστοσύνη μου στο δρόμο, καθώς η κίνηση των αυτοκινήτων είχε δημιουργήσει μια ευεργετική για το κράτημα χιονολάσπη, που ήξερα όμως πως αργότερα, αν δεν περνούσαν αλατιέρες, θα ήταν η καταδίκη μου.
Σταμάτησα στο parking ενός σούπερ μάρκετ και γρήγορα κατέβηκα απο τη μηχανή.
Κάτω απο το υπόστεγο της εξόδου, άνοιξα το σακίδιο και έψαξα τα "μαγικά χαρτάκια" * (σημείωση, σε προηγούμενη περιγραφή έχω αναφερθεί στα μαγικά χαρτάκια, που ήταν για κάθε πόλη που θα περνούσα, 3 φτηνά ξενοδοχεία που είχα βρεί στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, τα τηλέφωνα ανάγκης της περιοχής καθώς και τυχόν πληροφορίες που είχα μαζέψει απο άλλους ταξιδιώτες στη διαδρομή μου - τα μαγικά χαρτάκια υπάρχουν ακόμα, αλλά καμιά χρησιμότητα δεν έχουν πλέον την εποχή του Wifi και του 3G).
Στο χαρτάκι της Βιέννης, δυστυχώς το μόνο που υπήρχε ήταν ένα Ηostel και ένα εστιατόριο, καθώς σκόπευα σύμφωνα με τους αρχικούς μου υπολογισμούς, απλά να την διασχίσω.
Λεπτομερή χάρτη της πόλης δεν είχα και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί που είχα πάρει μαζί μου, περιορίζονταν στους βασικούς μου σταθμούς.
Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταγα το χιόνι που έπεφτε.
Η μηχανή είχε σκεπαστεί απο ένα λεπτό στρώμα, η νύχτα έπεφτε, το κρύο ερχόνταν και εγώ τυλιγμένος με το κασκώλ μου στο κεφάλι, το κράνος στο χέρι, το μυαλό άδειο, έτσι απλά.... κάπνιζα...
Ειχα αποφασίσει να καβαλήσω τη μηχανή και να φύγω για το πρώτο ξενοδοχείο στη λίστα μου, όταν ένοιωσα απο πίσω τα φώτα του σούπερ μάρκετ να σβήνουν.
Δεν έσβησαν όλα μαζί, αλλά σε τομείς. Απο δεξιά προς τα αριστερά.
Σε λίγο άνοιξαν οι μεγάλες πόρτες και κάποιοι (υπάλληλοι προφανώς ή τελευταίοι πελάτες) βγήκαν προς τα έξω.
Ηταν ντυμένοι βαριά, αρματωμένοι με ομπρέλες και κασκωλ και για λίγο βρέθηκα ανάμεσα σε μια βαβούρα απο κόσμο που έφυγε προς το δρόμο χαιρετώντας ο ένας το άλλο.
Μαζί με τη σιωπή ήρθε και το σκοτάδι.
Απο πάνω μου είχα αναμμένη μόνο την ταμπέλα του σούπερ μάρκετ και κάτι λίγα φώτα ασφαλείας πίσω μου.
Έβγαλα απο το κεφάλι μου το κασκώλ, φόρεσα το κράνος καθάρισα τη σέλα και καβάλησα.
Η μηχανή έβηξε για λίγο και μετά ζωντάνεψε, σημάδι ότι απο το κρύο είχε αρχίσει να ζορίζεται και η μπαταρία.
Να θυμηθώ να ρίξω ηλεκτρολύτες αύριο, κατέγραψα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Ρολάρισα αργά στην χιονισμένη πόλη. Οι αλατιέρες είχαν βγεί σεργιάνι και το τραμ πέρναγε απο δίπλα χτυπώντας το κουδουνάκι του.
Τα αυτοκίνητα γύριζαν στους δρόμους σαν άσπρα τρουφάκια με τους υαλοκαθαριστήρες να καθαρίζουν το παρμπριζ τους, κάνοντάς τα ακόμα πιό αστεία.
Αν μπορούσα να βάλω μουσική εκείνη τη στιγμή θα ήθελα να ακούσω μια πόλκα.
Στα ψαχτά βρήκα το ξενοδοχείο αφού είχα περικυκλώσει το δρόμο του πέντε φορές τουλάχιστον.
Έβαλα τη μηχανή στο διπλό, ξέζεψα τις πλαϊνές, ζαλώθηκα και την μεγάλη, έκανα για χιλιοστή φορά την ιεροτελεστία με τα λουκέτα και τα πέταλα στις ρόδες και το τιμόνι και μπήκα μέσα σε μια ρεσεψιόν ζεστή, φωτεινή και γεμάτη κόσμο.
Στα δεξιά μου ήταν το γκισέ με τον υπάλληλο βάρδιας, αριστερά σε ένα σαλονάκι, μια παρέα απο Αμερικάνους έκανε φασαρία γελώντας και χαχανίζοντας, στο βάθος η σκάλα που ανέβαζε στα δωμάτια και πίσω μου το σκοτάδι και το χιόνι.
Πλησίασα στο γκισέ και ζήτησα δωμάτιο για μια νύχτα, οπωσδήποτε με λουτρό. Διαβατήριο, τα λεφτά μπροστά και σε μια κίνηση αβρότητας, ο φιλικός υπάλληλος μου έδωσε κατάλυμα στον πρώτο όροφο.
Ανέβηκα, γδύθηκα, άπλωσα τα αδιάβροχα σε κρεμάστρες, έβγαλα τα δέρματα, έβγαλα τα ισοθερμικά, έβγαλα τις διπλές κάλτσες, έβγαλα και τα εσώρουχα και έτρεξα για τη μπανιέρα.
Σε δέκα λεπτά ήμουν φρέσκος και μυρωδάτος.
Εβγαλα το τετράδιο απο την βαλίτσα, έκατσα στο κρεβάτι και έγραψα τα βασικά της μέρας για να τα θυμάμαι σήμερα που τα αφηγούμαι και τότε κοίταξα το ρολόι μου.
Νωρίς για ύπνο, αργά για βόλτα.
Τζηνάκι, μπότες, μάλλινη μπλούζα και ρεσεψιόν για χάζι.
Κάτω ήταν μόνο ο υπάλληλος που μίλαγε στο τηλέφωνο.
Κοίταξα έξω.
Το χιόνι έπεφτε ακόμα, οι δρόμοι όμως ήταν καθαροί.
Έβγαλα το φλασκί απ την πίσω τσέπη και τράβηξα μια τζούρα Jack. Την τελευταία που είχε.
Δουλειές για αύριο: Υγρά μπαταρίας και Jack, σημείωσα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Καιρός να το συντομεύουμε φίλε, σκέφτηκα.
Ανέβηκα πάνω, έκατσα στο κρεβάτι και έβγαλα τους χάρτες.
Έπρεπε να κανονίσω τη διαδρομή μου, να γυρίσω συνάλλαγμα για την Ιταλία, να βάλω υγρά μπαταρίας, να πάρω ένα νέο μπουκαλάκι με ποτό, όχι Jack αυτή τη φορά, μάλλον κονιάκ πρέπει, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ... και έτσι λοιπόν στη Βιέννη κοιμήθηκα σε ένα μικρό ξενοδοχείο, με το χιόνι να πέφτει έξω, τον υπάλληλο να μιλάει στο τηλέφωνο της ρεσεψιόν, τους χαζοΑμερικάνους να γυρίζουν στην πόλη και πιό μακριά στην Ελλάδα, κάτι βιβλία να σκονίζονται, μια εξεταστική να φεύγει χαμένη και κάτι φίλους να παίζουν τάβλι σε ένα σαλόνι, χτυπώντας τα πούλια, φωνάζοντας εξάρες ρε ****, εξάρες και σε έσκισα...


Το επόμενο πρωϊ με βρήκε σε μια Βιέννη σκεπασμένη*απο πυκνό χιόνι.
Σηκώθηκα απο το κρεβάτι και κοίταξα το ρολόι μου, ήταν 7.30.
Πυκνές νιφάδες έπεφταν στους δρόμους και ο δρόμος κάτω απο το παράθυρό μου έδειχνε πως δεν είχε πατηθεί ακόμα.
Τεντώθηκα κοιτάζοντας απο το παράθυρο, χασμουρήθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματά μου στις βαλίτσες.
Δεν είχα την πολυτέλεια να περιμένω άλλο.*Ο χειμωνας είχε έρθει σε αυτήν την πλευρά της Ευρώπης και δεν μπορούσα να περιμένω πότε θα ανοίξει "παράθυρο" για να συνεχίσω την επιστροφή μου.
Μάζεψα τακτικά τα πάντα και τα τοποθέτησα σε σακούλες. Υστερα έβαλα τις σακούλες μέσα στις πλαϊνές βαλίτσες και τις κλείδωσα με τα λουκέτα τους.
Εβαλα τα ισοθερμικά, τις κάλτσες, δερμάτινα, μπότες και κατέβηκα μέχρι τη ρεσεψιόν. Στο γκισέ ήταν ακόμα ο χθεσινός υπάλληλος.
Τακτοποίησα το λογαριασμό μου και κατευθύνθηκα μέχρι το σαλονάκι όπου*τρία μεγάλα θερμός είχαν τσάι, νερό*και καφέ.
Εβαλα ένα ζεστό, καυτό, τσάι, έριξα μέσα τρεις ζάχαρες, ανακάτεψα και με την κούπα στο χέρι βγήκα έξω στο δρόμο.
Η μηχανή μου ήταν καλυμένη εντελώς με χιόνι.
Καιρός να την κάνουμε μεγάλε σκέφτηκα.
Ανέβηκα στο δωμάτιο, άνοιξα το παράθυρο γιατί είχα αρχίσει να βράζω στα ρούχα μου και κατέβασα όλα τα πράγματα στο πεζοδρόμιο.
Πριν βγώ έξω, πάνω απο τα δέρματα φόρεσα τα πλαστικά αδιάβροχα και τα*έσφιξα καλά για να να μην ανεμίζουν στο δρόμο.
Καθάρισα τη μηχανή όπως όπως, έλυσα τα λουκέτα, κρέμασα τις βαλίτσες και έβαλα μπρος.
Η μπαταρία άντεξε και αυτή την εκκίνηση.
Αφησα τη μηχανή να ζεσταθεί καλά καβάλησα και ξεκίνησα προσεκτικά.
Η οδήγηση στο χιόνι είναι εύκολη, πιό εύκολη απο το χώμα, αρκεί να μην βρείς πάγο, οπότε και μπλέκεις άσχημα.
Ευτυχώς το χιόνι της Αυστρίας ήταν μαλακό και είχε συνεχή ροή, οποτε έτσι όπως οδηγούσα είχα την αίσθηση ότι κάνω βόλτες σαν παιχνιδάκι επάνω σε μια τεράστια τούρτα βανίλιας.
Στο μυαλό μου είχα βάλει να βρώ το Graz, όσο πιό νωρίς γίνεται και εκεί να ανεφοδιαστώ σε κονιακ, και ξηρά τροφή, όπως επίσης να γεμίσω και το ντεπόζιτο.
Σιγά σιγά το χιόνι καθάριζε απο την κίνηση ώσπου βγήκα στην πεντακάθαρη αλλά βρεγμένη Α23.
Επιασα την δεξιά λωρίδα, ρύθμισα την ταχύτητά μου στα 70 και άρχισα το ταξίδι.
Η κίνηση ήταν αραίη ακόμα, η ώρα ήταν μόλις 8.30 και κάπου στο βάθος έβγαινε λίγος ήλιος.
Ο δρόμος είχε ακόμα αναμένα φώτα, το ίδιο και τα αυτοκίνητα που με πέρναγαν.
Το ίδιο και εγώ.
Μερικές φορές τα φώτα ήταν το μόνο που έβλεπα μέσα στο σπρέυ νερού που σήκωναν τα λάστιχά τους.
Φώτα και τις λωρίδες του δρόμου.
Η μηχανή ρολάριζε με χαλαρές στροφές, ταξίδευα μέσα στο κουκούλι απο τα πλαστικά και τα δέρματα ζεστός και χορτάτος απο ύπνο.
Αποφάσισα πως αν με έβγαζε η ώρα θα έφτανα μέχρι τα σύνορα.
Τα μαγικά μου χαρτάκια είχαν τουλάχιστον πέντε ξενοδοχεία πριν την Ιταλία.
Ετσι και έγινε.
Ο καιρός καθάρισε, η ταχύτητα ανέβηκε και εκτός απο δυό στάσεις για καύσιμα και κατούρημα-βασανιστήριο με τόσα ρούχα πάνω μου, όλα κύλησαν ομαλά και αναμενόμενα.
Προς το τέλος της διαδρομής είχα αρχίσει να κουράζομαι λιγάκι και έριξα το ρυθμό μου,*και σε κάθε εξόδο του Α2 έψαχνα πλέον να*βρώ*τα σημάδια*για τα ξενοδοχεία που είχα στα χαρτάκια μου.
Ενα καλό φαγητό και ένα χάζεμα σε κάποιο απο τα χωριουδάκια θα μου έδινε νέα δύναμη για τις επόμενες μέρες, που όλα έδειχναν ότι θα είναι και οι πιό δύσκολες.
Τελικά μέσα στο σκοτάδι βγήκα στην έξοδο 12 και λίγα μέτρα μετά σταμάτησα στο μεγάλο παρκινγκ του Sreger, ενός μοτελ-εστιατορίου που όλοι οι ταξιδιωτικοί οδηγοί έγραφαν πως είναι το πιό αξιοπρεπές σε κόστος και υπηρεσίες.
Κατέβηκα απο τη μηχανή και τεντώθηκα.
Κοίταξα το μοτελ.
Ωραίο, ξύλινο, με μεγάλες τζαμαρίες και γεμάτο κόσμο.
Πανάκριβο επίσης, ειδικά με τις παρούσες συνθήκες, όπου με τον καιρό σε τόσο άσχημη κατάσταση, το τελευταίο διάστημα δεν είχα πουθενά την ευκαιρία να κατασκηνώσω και να περιορίσω έτσι*κάποια έξοδα.
Για να ξεμουδιάσω, αρχισα να περπατάω στο παρκινγκ.
Κοίταγα τα αδιάβροχά μου που ήταν γεμάτα με τη βρωμιά του δρόμου.
Κοίταγα τη μηχανή που ήταν και αυτή βρώμικη.
Κοίταγα και μέσα απο τη τζαμαρία του μοτελ τον κόσμο που έτρωγε ή έπινε το ποτό του και αποφάσισα πως έχω αρχίσει να ρουτινιάζω.
Απο τότε που έπιασε το κρύο, η απόλαυση της οδήγησης είχε περιοριστεί στο ελάχιστο.
Με τον καιρό να με κυνηγάει, το ταξίδι είχε εξελιχθεί σε αγώνα δρόμου.
Πρωινό, οδήγηση, στάση, οδήγηση, φαγητό, ύπνος και φτού και απο την αρχή.
Εμεινα εκεί και κοίταγα τον κόσμο, ώσπου ξανάρχισε να ρίχνει ένα ψιλό χιονάκι και ξεκίνησα την ιεροτελεστία του ξεφορτώματος και ασφάλισης της μοτοσυκλέτας.
Όταν τελείωσα, η θερμοκρασία είχε πέσει αρκετά, η νύχτα είχε μπεί στο τοπίο δυναμικά και έτσι φορτωμένος ξεκίνησα για τη ρεσεψιόν.
Η διαδικασία γνωστή, διατυπώσεις, κλειδί, σκάλες, δωμάτιο.
Το δωμάτιο, σαν όλα τα δωμάτια, το μπάνιο σαν όλα τα μπάνια, η ντουλάπα σαν όλες τις ντουλάπες.
Εβγαλα τα αδιάβροχα στο μπάνιο, έβγαλα τα δέρματα και έψαξα στο σακίδιο να βρω το φλασκί με το Jack.
Δυστυχώς ήταν άδειο.
Είχα ξεχάσει να πάρω κάτι και απο το δρόμο.
Δε γαμιέται, είπα.
Ας αρχίσουμε διαδικασίες λοιπόν, ανακοίνωσα στον εαυτό μου.
Εκανα ένα καυτό μπάμιο και κατόπιν, πήρα τα πλαστικά και τα έβαλα στη ντουζιέρα.
Εριξα επάνω τους νερό και σαπούνι και έτριψα για να φύγει η βρώμα του δρόμου.
Οταν καθάρισαν,* άπλωσα το πάνω μέρος ανοιχτό στον νιπτήρα να αγκαλιάζει την κούρμπα του και το παντελόνι το κρέμασα να στραγγίξει στο πάνω μέρος του τζαμιού της ντουζιέρας και στη συνέχεια πήγα στο κυρίως δωμάτιο.
Ανοιξα τις βαλίτσες έβγαλα ρούχα, ντύθηκα και κατέβηκα για φαγητό.
Κάθησα σε ένα τραπέζι να βλέπει εξω απο τη τζαμαρία,*έδωσα την παραγγελία μου, μπύρα, σνίτσελ, σαλάτα έβγαλα το χάρτη μου στο τραπέζι και άρχισα να φτιάχνω τη διαδρομή της επόμενης μέρας στο μυαλό μου.
Το φαγητό μου ήρθε, παραμέρισα το χάρτη και άρχισα να τσιμπολογάω, φροντίζοντας να καθυστερώ τις μπουκιές μου, ώστε να έχω περισότερο χρόνο στη διάθεσή μου να χαζέψω τον κόσμο γύρω μου.
Είχα ανάγκη να δώ κόσμο.
Βασικά είχα ανάγκη να επικοινωνήσω με κάποιον.
Να κουβεντιάσω έστω και βασικά πράγματα, βροχή, χιόνι, κάτι παραπάνω απο μια καλημέρα και μια καλησπέρα.
Η μοναξιά είναι καλή παρέα, αλλά μερικές φορές γίνεται βάρος, πράγμα που είναι οξύμωρο, καθώς τελικά εσύ ο ίδιος γίνεσαι βάρος στον εαυτό σου.
Ήπια λίγη απο τη μπύρα μου και χαλάρωσα στο κάθισμά μου.
Αρχισε να μου βγαίνει η κούραση της μέρας και όσο έτρωγα βάραινα ακόμα περισσότερο.
Τελείωσα το φαγητό μου και σηκώθηκα για το δωμάτιο.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άνοιξα την τηλεόραση απέναντι.
Τα κανάλια ήταν αχταρμάς, Αυστριακά, Γερμανικά, Ιταλικά και κάποια άλλα σε γλώσσες που έμοιαζαν με Σοβιετικές.
Ανακάθησα και έμεινα να χαζεύω ένα έργο στα Ιταλικά.
Κάπου εκεί με πήρε ο ύπνος.
Ετσι με τα ρούχα και το φως απο την τηλεόραση να αλλάζει τα χρώματα και τις σκιές στο δωμάτιο, ενώ έξω απο το ξενοδοχείο είχε αρχίσει πάλι να χιονίζει και κάπου πιό μακρυά στους πρόποδες των βουνών που με χώριζαν απο την Ιταλία δυνατή βροχή χτύπαγε τα δέντρα, ενώ πιό ψηλά, δυνατές καταιγίδες και κεραυνοί έσκιζαν το σκοτάδι της νύχτας και σε κάθε λάμψη τους το τοπίο έδειχνε να περιμένει απελπισμένο την οργή του καιρού να ξεσπάσει ακόμα πιό έντονη.
Στις κορυφές των βουνών το χιόνι σηκωνώταν παρασυρμένο απο τον αέρα για να πέσει πιό κάτω στους δρόμους που έτρεχαν σαν γρατζουνιές στις πλαγιές τους.
Μερικά βράχια ξεκόλησαν και έπεσαν στο οδόστρωμα και το νερό κύλαγε ορμητικό στις άκρες του δρόμου.
Ενώ εγώ κοιμόμουν στο δωμάτιο, φύση προσπαθούσε να σκεπάσει τα σημάδια του ανθρώπου επάνω της, καλύπτοντας με χιόνι, λάσπη και βράχια, όλες τις πληγές που της ανοίγουμε για τη δική μας ευκολία.
Ετσι όπως ένας σκύλος γλύφει τις πληγές του, έτσι και η καταιγίδα στα βουνά προσπαθούσε να θεραπεύσει την φύση απο τις πληγές της.
Συνέχισα να κοιμάμαι, ώσπου κάποια στιγμή ο καιρός έφτασε και στο μικρό μοτελ χτυπώντας το αλύπητα με χιόνι. Χιόνι παχύ και βαρύ, ένα χιόνι που όση χαρά σου φέρνει όταν μπορείς να το χαρείς, τόση ένταση και ταλαιπωρία δημιουργεί όταν δεν μπορείς να το αποφύγεις.
Μισο-ξύπνησα απο το κρύο και έτσι ντυμένος, σκεπάστηκα με το πάπλωμα.
Συνέχισα να κοιμάμαι ζεστός και ήρεμος μέχρι πολύ αργά το άλλο πρωί, όπου σηκώθηκα τελικά με μια φοβερή επιθυμία να κατουρήσω, κάτι που έκανα με τα μάτια μισόκλειστα, σκουντουφλώντας στα αδιάβροχά μου που είχαν στεγνώσει στο μπάνιο.
*
Βγήκα απο το μπάνιο νυσταγμένος και κοίταξα απο το παράθυρο.
Τα μάτια μου γούρλωσαν απο το θέαμα.
Χιόνι, βαθύ χιόνι, σκέπαζε όλο το τοπίο μέχρι εκεί που έβλεπαν τα μάτια μου.
Στο πάρκινκ κάτω, ροδιές απο αυτοκίνητα έδειχναν πως κάποια στιγμή το πρωί υπήρξε κυκλοφορία αλλά το χιόνι συνέχιζε τόσο δυνατό που είχε καλύψει ακόμα και το καθαρισμένο μέρος.
Με έπιασε απελπισία.
Ενστικτωδώς έπιασα το πορτοφόλι μου και έκανα υπολογισμό στα χρήματά μου.
Αρκετά, αλλά μέχρι πότε;
Αρχισα να ανυσηχώ.
Κατέβηκα στο εστιατόριο και προσπάθησα να μάθω για τον καιρό.
Ενας υπάλληλος μου είπε πως για τις επόμενες μέρες θα συνεχίζε έτσι.
Κοίταξα απο την τζαμαρία.
Χιόνι, χιόνι και πάλι χιόνι.
Πήρα μια ανάσα, κάθησα σε ένα τραπέζι και ζήτησα καφέ και τοστ.
Εψαξα τα τσιγάρα μου και άναψα ένα κοιτώντας ακόμα έξω.
Πρέπει να είχε χαρακωθεί το πρόσωπό μου απο την απελπισία, γιατί η σερβιτόρα που έφερε το πρωινο μου με ρώτησε αν είμαι εντάξει.
Σήκωσα το χέρι μου και της έδειξα απο την τζαμαρία την μηχανή μου, καλυμμένη με χιόνι,*μετά της έδειξα τον εαυτό μου και μετά τον ουρανό και τις νιφάδες που έπεφταν.
Οχι δεν είμαι εντάξει, της είπα στα αγγλικά, γελώντας, καθόλου εντάξει.
Αυτή χαμογέλασε, άφησε το πρωινό και έφυγε.
Σπουδαία βοήθεια, σκέφτηκα απο μέσα μου και ήπια λίγο καφέ.
Ημουν σίγουρος, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψω πίσω χωρίς να τραυματιστώ ή να σκοτωθώ.
Με αυτόν τον καιρό, τα βουνά μπροστά μου και τα χρήματα να τελειώνουν, έπρεπε να αποφασίσω με τι τρόπο θα αυτοκτονούσα.
Οικονομικό ή πραγμάτικό.
Στο μυαλό μου πάλευαν οι εναλλακτικές.
Να παρατήσω τη μηχανή εκεί και να πάρω ένα λεοφωρείο απο τα σύνορα για Ιταλία.
Να βρώ μια νταλίκα να καβατζώσω τη μηχανή και να με πάει μέχρι ένα σημείο, με την προϋπόθεση ότι ο οδηγός της θα δεχόταν να παρανομήσει και να με φορτώσει με δικό του ρίσκο.
Να βάλω φωτιά και κάψω τη μηχανή χορεύοντας βρέχει φωτιά στη στράτα μου;
Αναψα ένα ακόμα τσιγάρο και έκατσα εκεί σαστισμένος να κοιτάω έξω, όσπου με πλησίασε η σερβιτόρα ξανά.
Στα χέρια της κράταγε τρία φυλλάδια.
Κάθησε απέναντί μου και τα άνοιξε.
Γύρισα και την κοίταξα με απορία.
Εβαλε το δάχτυλό της πάνω σε ένα απο τα φυλάδια και μου έδειξε μια διαδρομή.
Με μέτρια Αγγλικά μου εξήγησε πως δίπλα απο το μοτέλ, λίγα χιλιόμετρα μόλις, υπήρχε σταθμός τραίνου.
Τραίνο που μπορεί να κουβαλήσει τη μοτοσυκλέτα και εμένα μέχρι τη Ρώμη.
Τραίνο που μπορούσε να σπάσει τα δεσμά του χιονιού και να με απελευθερώσει απο τη φυλακή μου.
Χάρηκα τόσο πολύ, που σηκώθηκα, έπιασα το πρόσωπό της με τα δυό μου χέρια και έσκυψα και τη φίλησα δυνατά στο στόμα.
Τη σήκωσα απο το τραπέζι και την έσφιξα στην αγκαλιά μου σηκώντάς την στο αέρα και τη γύρισα μια σβούρα γύρω απο τον εαυτο μου.
Ο κόσμος στα δίπλα τραπέζια μας κοίταζε μάλλον παραξενεμένος. Μερικοί γέλαγαν, κάποιοι άλλοι ήταν αδιάφοροι.
Τελικά την άφησα κάτω και αυτή προσπάθησε να φύγει.
ΩΠΑ είπα στα Ελληνικά, και της τράβηξα το χέρι.
Πως σε λένε?
Ερικα*μου είπε.
Έρικα, είσαι ένας άγγελος της είπα, σε ευχαριστώ.
Παρακαλώ μου*απάντησε, μην αρχίσεις όμως πάλι να με γυρίζεις γύρω γύρω, ζαλίζεται το κεφάλι μου, απάντησε σε σπαστά αγγλικά πάλι.
Μπορώ όμως να σε ξαναφιλήσω είπα και της έριξα άλλο ένα ζουμερό στο μάγουλο.
Ντροπή είπε η Ερικα και έφυγε.
Ξαφνικά η μέρα μου έγινε θαυμάσια.
Ηπια τον καφέ μου και άφησα στην Ερικα ένα τεράστιο φιλοδώημα, που δεν ήθελε να πάρει, αλλά επέμεινα και τελικά το πήρε κάνοντας μια υπόκλιση λυγίζοντας τα γόνατά της σαν ετοιμαζόντα να καθήσει.
Χαιρέτησα για άλλη μια φορά και με τα φυλλάδια στο χέρι, ανέβηκα στο δωμάτιο για να ετοιμαστώ για την επιστροφή μου.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, είχα μπροστά μου επτά ώρες μέχρι το τραίνο να περάσει απο το σταθμό και να με φορτώσει, αλλά ήθελα σαν τρελός να απαγκιστρωθώ απο αυτό το μέρος, όπου ετοιμάστηκα σε χρόνους ρεκόρ και ξεκίνησα για τη διαδρομή του σταθμού, αρματωμένος και προσεκτικός με όλο αυτό το χιόνι να πέφτει γύρω μου.
Εφτασα στο σταθμό, έκανα τις διαδικασίες του εισητηρίου και της φόρτωσης, αποθήκευσα τα αδιάβροχα στις βαλίτσες και κάθησα στην αίθουσα αναμονής με ένα περιοδικό στο χέρι περιμένοντας να περάσει η ώρα και να αρχίσει η επιστροφή μου στην πατρίδα.
Λίγο με ένα περιοδικό, λίγο με χάζεμα, λίγο με ύπνο, η ώρα πέρασε, το τραίνο ήρθε, η μηχανή φορτώθηκε και εγώ καθισμένος αναπαυτικά στο βαγόνι, σαν να είμαι σε μια κάψουλα, ασφαλής, στεγνός και χαρούμενος που γλύτωσα το πιό δύσκολο κομμάτι της διαδρομής και σχεδόν ευτυχισμένος που γυρίζα πίσω.
Βολεύτηκα καλύτερα και αποφάσισα να την πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω στη Ρώμη.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 12, 2016, 04:09:23 μμ από Vagpap »