Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε. Αύγουστος 18, 2017, 12:04:42 μμ

Αποστολέας Θέμα: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....  (Αναγνώστηκε 2348 φορές)

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Για τον Κωστάκη τον 122 + 1
για τον Γιώργο 
για το Γιώργο το Μεγαρίτη
για το φίλο του Νίκου                                                                                               
για τον αδερφό του Δημήτρη
για τη Νικόλ
για το Γιωργάκη   
για τα παιδιά




Δεν ξέρω πια καλέ μου φίλε….
Πάει και πολύς καιρός και, ξέρεις, ο καιρός και το ξαδερφάκι του ο χρόνος δεν φημίζονται για την καλοσύνη τους, δεν περιμένουν….
Θα προσπαθήσω όμως. Δεν ξέρω, δεν έχω –αν είχα ποτέ, κι ακόμα και η χρονική στιγμή….
Πολλή από την ταλαιπωρία που θα υποστείς τη «χρωστάς» στον δημιουργό του φιλμ με τίτλο «είναι όλοι εκεί», από εκεί που αρχίζει να ‘απλώνει’ στο 4: 52 κι μετά στο 5:16….
Στο 5:16 λοιπόν. Μια άσπρη νταλίκα, ένα «…Express», σαν το «εξπρές» της Βίκυς (μουσική Γιαννάκης Σπανός, στοίχοι Κυριάκος Ντούμος –ψάξτε το δίσκο, πρόκειται για κορυφαία στιγμή στην Ελληνική δισκογραφία –αν αντέχει το στομαχάκι…). Λίγο πολύ όλοι είμαστε «φορτηγά». Άλλοι μικρά φορτωταξί…, κι άλλοι «διεθνών», υπάρχουν βέβαια και οι πολύ ειδικές περιπτώσεις…. Οι «Ιπτάμενοι Ολλανδοί» μπορεί του Wagner, μπορεί κάποιου άσημου…. 
Ας πούμε μερικά «εισαγωγικά».


Η αντωνυμία «εγώ»….
Αν περιμένεις «παιδικές τροφές», φρουτοκρεμούλες και λογής εύπεπτα, είσαι σε λάθος γειτονιά. Επίσης, αν ψάχνεις αντικειμενικότητες, δημοκρατίες, ακρίβειες και λοιπές μαλακίeς, μην σταθείς και χάσεις το χρόνο σου.
Και στην τελική, πάνε ψάχτα εκεί όξω στον τάχαμου «πολιτισμένο» κόσμο, τον «αντικειμενικό», τον «δημοκρατικό», τον «επιστημονικά ακριβή» , το «νοήμονα» και λοιπά «μπιμπελό», μποurδελώ…!
Και μην είσαι σίγουρος ότι θα τα καταλάβεις όλα (δηλαδή μπορεί και καθόλου), α, αυτό σταθερή αξία….
Μερικές (αρχίσαμε τα ψεματάκια –είναι της πολιτικής μόδας βέβαια) σκόρπιες σκέψεις (σκέψη…, υπάρχει ακόμα αυτό;; ), άτεχνες «ταξιδιωτικές περιγραφές», ανακόλουθες, μπερδεμένες, κάμποσες ακαταλαβού κουβέντες, χωρίς λογική, συνοχή, σχέση ή σημασία (γνωστό αυτό…). Ή χρηστικότητα….
Ένα τριήμερο ταξίδι στην χώρα του ρουφιάνου, του προδότη, του χωρίς μνήμη.

Θα έχει φασισμό, θα εμπεριέχει ψυχαναγκαστικό bulling –η πρόσφατη «ανακάλυψη» του παρελθόντος: «μα δεν ξέραμε ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα, πρωτάκουστο». Όπως άλλωστε «δεν ξέραμε ότι μας κλέβουν», «οτι λαμόγια κυβερνούν», οτι «ο ‘αδερφός’ μου δεν είναι κλέφτης» και τέτοια που φέρνουν εμετό πια, όχι ως φαινόμενα και ανακαλύψεις-ξεμπροστιάσματα, αλλά επειδή δείχνουν ποιός πραγματικά είναι ο εμετικός εγκληματίας, ο «διορίστε-με-κι-εμένα-καλέ-μου-βΟλευτά» της υπόθεσης….
Και θα έχει και sex…, πάντα υπάρχει αυτό, χαχαχαχα….
Οπλίσου με υπομονή και μην πετάξεις τα μαρούλια και τις ντομάτες στα σκουπίδια. Μπορεί και να σου χρειαστούν, που ξέρεις. Προκαταβολικά, συμπάθα με που σε κούρασα, άραξε, πάρε το δροσερό σου μοχίτο –ή ότι και όρμα στη «χώρα του παράλογου»….





H προετοιμασία είχε αρχίσει κάμποσες μέρες πριν, μόλις «έτριξε το CB»…, εχμ, χτύπησε το τηλέφωνο.
«Τι θα γίνει φέτος; Θα έρθεις;»
«Πρώτα ο Θεός, κι αν δε συμβεί κάτι, είμαι μέσα».
«Καλά, θα μιλήσουμε».

Ναι καλά, σιγά. Καλό Καρπενήσι….
Ωραία.
Με Pin στη «σκούπα», θα περάσουμε όμορφα, αν δε σφαχτούμε…. Εξήγησα ότι δεν έχω οδηγήσει βανάκι –αλήθεια, από την άλλη αν χρειαζότανε, ένοιωθα έτοιμος, απλά με την αβεβαιότητα του «άγνωστου»….
Ας αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν τα «γκέμια»….

Μετά από 3 και ½ χρόνια στην αναπτυξιακή ανεργία της πολιτικής υποσχεσιολογίας και της κοινωνικής μαλαkίας που «άμα θες δουλειά, βρίσκεις», που κανείς δεν μας εξηγεί τα παρακάτω, ή τα παραπέρα. Ή που «σφυρίζει αδιάφορα σε φράσεις όπως, «άμα ήθελα να γίνω η πoυτάνa του εργοδότη…», άσε κουκλίτσα μου. Υπάρχει και η περίπτωση να άρχιζα τα τσιμπούkια: Οι αμοιβές –αν και πεσμένες, κρίση και στην πίπα- καλύτερες, γνωρίζεις κόσμο και τις αδυναμίες του….
Αρκετά όμως με τα εργασιακά, άλλωστε η αγορά ανθεί, η απασχόληση ανθεί, η επισκεψιμότητα στα μαγαζιά ανθεί, η ανεργία πενθεί και, η ανάπτυξη θα ‘ρθει…, και λοιπά uplifting… μαντολάτα, είμαι και άσχετος….   
Ύστερα από παρέμβαση λοιπόν της Εva (όχι η υποσχεσεολογία του «θα δω τι θα κάνω», αλλά η πράξη του «κάνω»), μπορώ και ξαναβάζω δικά μου λεφτά στο σπίτι, κι έτσι έπρεπε να κανονιστώ με τη δουλειά.
Και που ’σαι φίλε, ξέρεις εσύ σε ποιόν (ποιούς) αναφέρομαι, μη στεναχωριέσαι: αυτά που έχω σπουδάσει, αυτά που ξέρω, αυτά που έχω περάσει, αυτά που έχω κάνει, μου επιτρέπουν να δουλεύω ακόμα και «στις λάσπες» -μη σου πω ότι γουστάρω κιόλας. Τα είπαμε αυτά από την πρώτη στιγμή. 
Κανονίστηκε λοιπόν με το Μόδιστρο, άλλωστε θα ερχότανε και αυτός με τη μικρούλα. Είχε, βέβαια, κάποια ερωτηματικά.

«Δεν ξέρω, να μην κουράσω το μηχανάκι, ή μήπως ν’ ‘ανέβω’ για να ‘ροντάρω’, αλλά αφού θα έρθει και…». «Να ταξιδέψω μαζί της»….

Φρόντισα να τα βάλω σε μια τάξη και, μανιπουλάροντας καταστάσεις, να αρχίσει να διαφαίνεται μια «σειρά»….
Καλό παιδί αυτός ο Μόδιστρος αλλά «τρέχουν» στο cervelo του πολλά, κι όλα μαζί….

Ντριιιν! Άιντε πάλι το τηλ. Άιντε πάλι ο Pin. Μερική αλλαγή πλάνων. Θα υπήρχε συνεπιβάτης.
Άαααμα υπάρχει και Plan B, τι το θέλεις το GB;;;
Άμεσο recalibration. Απλά πράγματα.
Ξύπνημα βράδυ (‘ντάξ’ προς πρωί), «Θηρίο», Θησείο, Θριάσειο (και κάμποσο ακόμα). Ύστερα, οδήγημα προς τα πίσω για τη δουλειά, ο Μόδιστρος με τη μικρούλα, κι εγώ στο Κangoo. Θα τελειώναμε κατά τις 14:30 (πίπες, σιγά μην άφηνε ο Μέρφυ), ξανά προς τα Μέγαρα και αναχώρηση για Καρπενήσι με την Eva και το φορτωταξί…. 
Η μικρούλα θα φορτωνότανε τελικά στη «σκούπα», μαζί με τους φιλοξενούμενους του Pin, Χρήστο και λαχανούλα.
Ωραία σχεδιασμένο, αλλά κάτι σκέψεις, κάτι ιδρώτες, πάάάάάλι άυπνοι. Διαλύθηκαν και οι Faithless εδώ και χρόοονια κι έμεινε το «Insomnia» και η αϋπνία (χρόνια πια κι αυτή)….
Όλα καλά όμως, στην τελική τα καταφέραμε, βγήκε το πρόγραμμα, με χρονοκαθυστέρηση βέβαια –τελικά φύγαμε από Μέγαρα για Καρπενήσι κατά τις 16:30 περίπου.

Θα προλαβαίναμε το μποφέ; Ορίστε ένα καίριο ερώτημα….

Ναι αναχωρήσαμε, αλλά, να μην τα κάνουμε ολίγον πoutάνα; Να τα κάνουμε.
Θα περίμενα στο δρόμο και θα με μαζεύανε –δες το και σαν προπόνηση για σκούπισμα, θα βάραγε «κόκκινα» η Eva, θα μας «πήγαινε με ψαλμωδίες» μέχρι να καταλάγιαζε (σιιιγά μη την άφηνα)…. 
Ήθελα να είχα καθρεφτάκι μόλις με αντίκρισε έξαφνα μπροστά της και…, «ΚΛΑΤΣ! Πάρτα Eva!»
Μάτια γουρλωμένα, φάτσα γεμάτη απορία «πως», «ποιός» «από πού»…, «ωωωχ»! Και μετά, ποιος την άκουγε μέσα στο τουτού. Βολές κατά πάντων!

«Και ποιό καλό παιδάκι το σκέφτηκε όλο αυτό;;»
«Εεεεχμ (χαχαχα)»
«Και καλά, έπρεπε να αφήσεις τον άνθρωπο στο δρόμο μέσα στον ήλιο;»
«Μα δεν έμεινε στο δρόμο (χαχαχα)»
«Είστε τελείως…»
«Χαχαχα»

«Γελάτε;;»
«Μα γιατί, τι κάναμε;»
«Είστε αισχροί και οι δύο! Και καλά εσύ, σε ξέρουμε, όλο μαλακίes κάνεις. Σε φέραμε για δουλειά, θα μου χαλάσεις και το Μόδιστρο;;»
Θυμήθηκα από τον Asterix το φουκαρά το Μοναρχίξ και την Μπονμίν του…. Α! Και τον Κουταλιανό….

Ο δρόμος συνέχιζε. Από «μέσα» για Θήβα κλπού και μετά από την «κοπάνα» στο 90ο, για Λαμία, με τους δυό τους να μιλάνε, περνάγαμε όμορφα. Ναι, περιέργως εγώ τον ημι…σκασμό, μόνο τσιγκλασσιόν και φυτιλιασσιόν, πιστός στην «αποστολή» μου….
Αλλά, περνάγαμε ωραία ρε φίλε, φεύγαμε, ξεφεύγαμε, αποφεύγαμε, ότι κι όσα μπορούσαμε.
Αφήναμε πίσω, «πετάγαμε τα περιττά», όσο μπορούσε ο καθείς….
Κι ο τόπος όμως, κι ο καιρός (στην ηλιόλουστη version) βόηθαγαν: πιο όμορφος, πιο δοτικός, ακόμα πιο μεγάλος, απέραντος….
Θα ήταν άραγε καλά;; 

Πιο πέρα, είχαμε και τέτοια.
«Είσαι κότα, πέρνα, αλλά τι λέω, αφού δεν οδηγώ εγώ τι να περιμένω;»
Και ύστερα, «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ, πας καλά; Πας ποοολύ γλήγορα για να μπεις έτσι, φρένο. Αλλά τι περιμένω, αφού δεν οδηγώ εγώ να δείτε τι πάει να πει οδήγηση»….
Και κάπου εκεί, στην κατάβαση, λίγο έξω (πριν) από τη Θήβα, από την παλιά, το απόσταγμα μιας ζωής, μιας πορείας.
«Συνοδοιπόροι, αυτό είμαστε στη ζωή», στην οικογένεια, με τους ανθρώπους. Με τα «αλατάκια» μας, για να κρατιόμαστε ζωντανοί, να μένουμε μαζί, να μοιραζόμαστε. Να χαιρόμαστε, να πραγματοποιούμε. Αυτή είναι η ζωή.
Δύο άνθρωποι, ένα βαλς στη ζωή, μια κόντρα –όχι στην «Αύρα», αλλά με αύρα….
Τα δύο χέρια του ενός για τον άλλο.

Αλλά είσαι κουλομαρίας Μόδιστρε….

Είναι περίεργο, το πώς σε προετοιμάζει ο δρόμος προς την αφετηρία, την εκκίνηση (την επίσημη). Αυτή η… προαφετηρία: Σαν κάποιον «τεχνικό έλεγχο» του «αγωνιστικού» που είσαι εσύ. Αυτό ισχύει και στη μοτοσυκλέτα, απλά δε το καταλαβαίνεις…. Προετοιμάζεσαι γι’ αυτό που θα ακολουθήσει, αυτό που  θα «σε βρει».
Αυτό κι αυτούς που θα συναντήσεις. Σκέψεις, από το παρελθόν που έρχεται στο προσκήνιο, ναι, τυχερός πάλι, όπως και τότε στο 17ο με τον Bonneville, κουβαλώντας την αψίδα, κρατώντας μέχρι το χάνι έξω από την Κόνιτσα το 36άωρο στο «τσεπάκι»…, έτσι στρατηγέ;;
ΤΟ γέλιο στο ΣΕΔ στο χάνι…. Και ταυτόχρονα το βράδυ στις Σέρρες, με την ανησυχία για τα παιδιά με τα παπιά (γιατί ναι, φέτος υπήρχε ο γίγαντας Βρασίδας, αλλά το έχουν ξανατρέξει είτε παπιά, ή ακόμα πιο παλιά, ο Μάλαμας με το…ζετάκι…). Κι έπειτα, τα γέλια και τις πίτσες avec μπύρας, με τον Κωστάκη, να κρυώνει από την πείνα και την υπερένταση. Έφαγε όμως κάτι το χρυσούλι μου και ήρθε στα «ίσα» του…-τότε δεν ήταν γνωστά τα χορευτικά του προσόντα. Τότε, για το Μίλτο -που πέρναγε ζόρικα, τη Σοφία –που ένιωθε ζόρικα, τον Τασούλη, το Gino, το Vespάκια, αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά, για το πώς πάνε, να μη γίνει τίποτα, να πάει καλά η διαδρομή. Τις παστουρμαδόπιτες, έτσι κύριε VaraΣταύρο μου;;
Να μας δεχτεί πάλι ο δρόμος. Να έχει «κέφια» ή τουλάχιστον να μην έχει «νεύρα».

Σκέψεις για αναμνήσεις, για το μέλλον. Για το παρόν. Έχει «γέλιο» το πως οι παρελθοντικές σκέψεις και οι προβολές για το μέλλον πλαισιογραφούν το παρόν…. Ο φόβος για το αύριο του παιδιού «σου», ο τρόμος για το αύριο το δικό σου, η σύνταξη του σήμερα –αυτή η πενιχρή, μπροστά στο πολυετές input σου….  Στην πολυετή σου καριέρα σε μια εταιρεία, μια δουλειά, που κάποιοι στο τέλος για δικούς τους λόγους, αμαυρώνουν. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες που οι πράξεις τους θα επιφέρουν σε εσένα.
Σκέψεις για αλλαγές στο δρόμο.
Διαθέσεων και τρόπου οδήγησης, ας πούμε, αφού ο ήρεμος ως τότε, εκεί κάπου στα πεδινά «αγρίεψε» και πέρασε «σουβλακοειδώς» μια Porsche και μια Ferrari, αλλά και κάτι φορτηγά…. Ή αργότερα, εκεί που «ακόμα και οι θεοί γονατίζουν», θυμήθηκε τα «γλέντια» που έριξε αυτός με το παλιό δοκιμασμένο και μάχιμο BMW και τα «κλάματα» των άλλων με τα σύγχρονα γυαλισμένα και «καλοντυμένα»…. Ή, ακόμα και πιο μετά, όταν ανεβαίνοντας από Λαμία, πίσω από το νοσοκομείο, στις στροφές σε μια απόπειρα να «πιάσουμε» ένα δικάβαλο Κάθε Τετάρτη Μπάμιες, όταν τα λάστιχα άρχισαν να … «τραγουδάνε», ήθελε να είχε «μια πισωκούνα, να σου πω εγώ….»
Κι όλα αυτά, με … Prius…!
Αλλά και πολλές ώρες αργότερα με τις κουβέντες εκεί ψηλά το σούρουπο στην «κόκκινη γη»….
Γεια σου Bonneville!

Και τότε το ταξίδι προς την Καλαμπάκα δίδαξε, όπως θα έκανε και φέτος προς Καρπενήσι….

Γιατί διδαχή είναι ακόμα κι αυτή η περίεργη η τύχη του να συνταξιδεύεις με ανθρώπους που έχουν στο κοντέρ, κάμποσες χιλιάδες μίλια…. Αν κι εφ’ όσον θέλουν να μοιραστούν. Όχι τόσο τις «φωτογραφίες», αλλά τις «εικόνες», ενός δρόμου, μιας πορείας, μιας ζωής….
Έτσι ο Bonneville,  έτσι ο Μόδιστρος και η Eva. Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, οι δύο και ατομικά αλλά και σαν ομάδα, δύο άλλοι κόσμοι. Δεν έχει σημασία ποιοι είναι αυτοί, τι σου είναι, αρκέσου στο να ακούσεις. Να καταλάβεις, να διαισθανθείς. Να «δεις»…. Κάτσε λίγο πίσω….
Κάπου down the road, θα «παρελάσει» και κάτι «δικό σου», κάτι που θα μπορεί να σου «διηγηθεί», κάτι που έχεις κι εσύ συναντήσει στο δικό σου «αγώι». Αφηγήσεις για τη ζωή που μπορεί να αλλάξει … πριν από λίγο…,  τώρα. Για φίλους, για συνεργάτες, για συναδέλφους, για τους ανθρώπους που μέσα σε μια στιγμή περνάνε σε αντίπαλα στρατόπεδα, μόνο και μόνο για να προφυλαχτούν ή να προφυλάξουν (ακόμα και αυτό βέβαια στον εαυτό τους καταλήγει…)…. Για το πώς οι «ανθρώπινες μοτοσυκλέτες» γκαζώνουν, πως στρίβουν, πως φρενάρουν. Πως απομακρύνονται, ενδεχομένως….
Εκεί θ’ ακούσεις πως δύο άνθρωποι προχωράνε μαζί, «συνοδοιπόροι» στη ζωή. Στον έρωτα, στην αγάπη, στην οικογένεια. Α! Και στα «τριόδυα»…. Εκεί θ’ ακούσεις και για άλλα «φορτηγά», για «συρόμενα» (τα συρόμενα είναι μηχανήματα του σατανά…), θα δεις μπροστά σου τα βλέμματα που κρατάνε μια σχέση. Τα «χωσίματα» που διατηρούνε μια φλόγα, τις κινήσεις δύο χεριών που σμιλεύουνε δύο μορφές σε μία οντότητα –την οικογένεια. Τη σχέση, τη ζωή.
Γιατί όπως έλεγε κι ο Βέγγος, «τι είναι η ζωή;; Δυό χέρια να σε περιμένουν, δυό χέρια να σε αγκαλιάσουν, δυό χέρια να σε φροντίσουν» και πάει λέγοντας. Ναι κουκλίτσα μου. Να σε αγγίξουν, να σε γαμήsουν, να σε γεμίσουν. Κι αν δε γουστάρεις χέρια, δεν πειράζει. Δύο είναι και τα χείλια, δύο είναι και τα χείλη, δύο είναι και τα …μάγουλα…, δύο και τα …κύλινδρα που χαϊδεύεις για να δεις αν ζεσταθήκανε τα λάδια…. Το ξέρω, υπάρχουν κι άλλα «πράγματα» που χαϊδεύεις και τα αποκαλείς «κύλινδρα»….
Τι; Δεν καταλαβαίνεις; Δεν πειράζει, αλλά μάλλον δεν έχεις Guzzi για να χαϊδέψεις….
Εκεί θ’ αναρωτηθείς πάλι για τις εργασιακές σχέσεις, για την αξία της εργασίας, για τη σημασία της ζωής…, το νόημα της ελευθερίας, την ανάγκη της δημοκρατίας, και τους νόμους που σαν άλλα μαντρόσκυλα θα πρέπει να φυλάνε το μαντρί…. Για έρωτες κι αγάπες.
Κι ο δρόμος σου να συνεχίζει.
Κι εσύ συνεχίζεις κι ας νομίζεις ότι είσαι μόνος. Έχεις το δρόμο παρέα. Και το «φορτηγό» σου.
And that is all that matters!
Φυσικά, το ότι δεν βρήκες/θέλεις/μπορείς αυτά ακριβώς τα δύο χέρια, δεν πάει να πει ότι αυτή η «αναζήτηση» είναι λάθος, ή ότι δεν είναι για σένα. Απλά δεν «έκατσε».
Και ποτέ δεν ξέρεις…. Ο δρόμος τι θα φέρει….
Ο φορτηγατζής είναι μοναχική δουλειά. Περίεργη. Δύσκολη. Μοναχική. Κι όχι για όλους. Από τη μια σου μαρμαρώνει την ψυχή εξωτερικά, αλλά από μέσα σου αφήνει ευαισθησίες και καλοσύνη δυσεύρετα. Αυτή η ωμότητα που κρύβει τρελό έρωτα για τη ζωή, τον άνθρωπο. Το φορτηγό σου. Το Guzzi σου.
Και τα απρόοπτα. 

Επιστροφή στο σήμερα, στο τώρα.

«Πω, πω μιλάμε έχω καεί, έχει πολύ ζέστη! Πάλι καλά που δεν άκουσα τον Επίτροπο (που θα ερχότανε στα Γιάννενα να κάνει τη δεύτερη μέρα) και δεν πήρα τη ‘γούνα’ για να ζεσταθώ»
«Ναι, αλλά ελπίζω να πήρες κανά ισοθερμικό γιατί το παντελόνι έχει τρύπες, κι εκεί πάνω σαν ‘πέσει’ ο ήλιος κάνει κρύο…»
«’Ντάξ’ θα τα καταφέρω»
«Εκεί πάνω είναι ξερολιθιά, το κρύο είναι κρύο, κι η ζέστη, ζέστη. Ελπίζω να πήρες ισοθερμικό»
«’Ντάξ’»
Ωχ.

Κάποτε, πήρε να βραδιάζει. Ο ήλιος κρύφτηκε, τα τοπωνύμια βρόγχος στο λαιμό για μια πατρίδα που πρόδωσε αγώνες και ιδανικά –όπως πάντα έκανε, κάπου πιο ‘κει θα είναι και το …Γοργογεφύρι…. Αντίσταση σε κατακτητές. Αντίσταση σε πουλημένους. Προδοσία σε αντιστασιακούς. Προδοσία μεταξύ μας. Ψεύτικες υπογραφές. Κάποια διατήρηση ισορροπιών. Ισορροπίες που έφεραν βασανιστήρια, εξορίες, εκτοπίσεις, θανάτους…. Ανθρώπους που κάνανε δεκαετίες να ειδωθούν, να αγκαλιαστούν, να φιληθούν, να ονειρευτούν, να ζήσουν….
Τα χρώματα άλλαζαν, σκούραιναν όπως σκουραίνει η φύση όταν είναι μασίφ το δάσος, σκοτάδι. Και ψύχρα.
Ανεβαίναμε, μπαίναμε πιο μέσα. Και το οξυγόνο να πλένει την καρδιά. Να αγκαλιάζει την ψυχή….

«Μα, που στο κέρατο είναι το Μοντανά;»
«Α, να μια πινακίδα»
«Εντάξει, ‘το έχω’, ξέρω»
«Ναι, καλά»
«Μήπως κάνει λίγο ψύχρα;»
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 13, 2016, 10:31:41 μμ από I. t. A »
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12,_____,19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #1 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:26:50 πμ »
Κάνει.
Φτάσαμε. Βοήθεια με τα πράγματα, καλησπέρες…. Check-in. Τρίκλινο. Με Pin και Kot. Ντάξ’! Επιτέλους. Θα ορμήξω στο μπουφέ. You wish…. Πάλι καλά προλάβαμε να φάμε κάτι. Μια χαρά όμως. Σκέψεις για τον Pin τι ώρα θα έφευγε από Αθήνα και, κύρια, τι ώρα θα έφτανε. Σύσκεψη για την επόμενη μέρα, ανησυχία «τι θα γίνει με την αψίδα», «πως» «τι» κλπού. Τελικά ραντεβού 07 sharp την επόμενη να στήσουμε και λοιπά.
Σουαρέ στο bar με Μαρινό σε ρόλο οικοδεσπότη. Προς το τέλος πήρε ΚΑΙ μικρόφωνο…. «Ταλεντάρες και να τραγουδάνε στα νταμάρια»….
Ο Δήμαρχος είχε ήδη πάει για νάνι, ο Τσιπουράκιας παρών. Μετά από λίγο την «έκανε», η μέρα θα ήταν δύσκολη. Πολύ όμορφο ντουέτο έχουν φτιάξει τα «πιτσουνάκια» μου (και αυτό θα αποδεικνυότανε) …. Απεχώρησεν κι ο Πανουργιάς, ενώ το «κομματικό στέλεχος» VaraΣταύρος έμεινε ακόμα λίγο. Κι ο Λάμπρος ο Big για νάνι.
Μόδιστρος και Eva έμειναν ακόμα λίγο, αλλά η κυρία ήταν «γκολ» και θα «την έκαναν».
Εν’ τω μεταξύ, έφτασε κι ο Pin με το Χρήστο, κατεβάσαμε τη λαχανούλα και μετά την πολύ πιο μικρή –αλλά και ζυγισμένη- μικρούλα.
Σύναξη της ομάδας, καληνύχτα σας.
Κι ύστερα –όπως πάντα, κουβεντούλα με Pin, άιντε να πάμε και για ύπνο. Καααααλά. Χλίδα μάγκα μου!
Αλλά…
Κολλάει η πόρτα του ασανσέρ, με ανθρώπους μέσα, να βοηθήσουμε -τζίφος όμως, αλλά ΟΚ, δεν «υπάρχει πρόβλημα, μην ανησυχείτε, υπάρχει επαρκής αερισμός του θαλάμου», έστω κι εκείνη την ώρα –αργά- ειδοποιήθηκε ο τεχνικός (γεια σου Βαλάντη: «στ’ ασανσέρ που συναντιόμαστε…» και πάει λέγοντας το άσμα).
Τεσπά, ανεβήκαμε στο δωμάτιο, ο Κοτ «αγρόν ηγόραζε» στον ύπνο του. Όλα καλά, αλλά που στο διάoλο είναι το κινητό μου;;
Το ξέχασα κάτω; Άιντε πάάάάλι κάτω μέχρι το μπαρ να το βρω. Μα, πουθενά!
Τι να κάνω τώρα «γαmώ την ατυχία μου», βγήκα λίγο έξω να πάρω και λίγο αέρα, δεν μπορεί, κάπου θα έχει παραπέσει το μπouρδέλo.
Το θρόισμα των φύλλων έκανε το κρυούλι πια, λίγο πιο έντονο, λίγο πιο διαπεραστικό, καθαριστικό…, κι έτσι έμεινα λίγο να προσπαθώ να δω λίγο πιο πέρα από τα λαμπιόνια του ξενοδοχείου, μέσα στην «αόρατη» μαύρη απεραντοσύνη…..
Τα κορίτσια στα «δωμάτιά» τους παρκαρισμένα, τα παιδιά κι αυτά να ξεκουράζονται, από αύριο θα τους περίμεναν δύσκολες ώρες. Κι όχι λίγες…. 
Κι εκεί μέσα στο κρύο, στην μακρινή μαυρίλα του μασίφ πράσινου (όπως θα φαινότανε το ξημέρωμα), τους άκουσα, ήρθαν στη σκέψη.

Πίσω στο δωμάτιο, ο Μορφέας «βολτάριζε», κι ανέβηκα στο κρεβατάκι μου. What;
Εντάξει, και king και queen size, άνετα το τριγωνάκι απάνω του (κι όχι Θεσσαλονίκης –αν με αντιλαβού), αλλά… μόνος. Το στρώμα καλό, επιτέλους θα κοιμηθούμε. Ευρέθη κάτω από κάτι ρούχα και το κινητό. Συνομωσία! Σα να ήθελε κι αυτό να με κατεβάσει κάτω για να βγω έξω. Déjà vu που λεν’ κι οι Γάλλοι….
Αύριο θα είναι μια όμορφη, δύσκολη και πολύ διδακτική μέρα. Και ρε πούστη μου, είμαστε στο σωστό σημείο, δεν έχουμε να ταξιδέψουμε, δεν θα χάναμε πάλι το μπουφέ…! Όχι άλλη νηστεία…. Λίγο ακόμα σκέψη, λίγο ακόμα σκέψ…, λίγο ακόμ…, λίγ… ακ…. 

Το ξυπνητήρι βάρεσε, αν και δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι κοιμόμουνα. Όντως το κρεβάτι ΤΕΡΑΣΤΙΟ, ο ύπνος βουνίσιος (έστω και λίγες ώρες μπορούν σε να  ξεκουράσουν, βόηθαγε και η σκέψη), το στρώμα καλό και…, μέχρις εκεί.
Άιντε σήκω γέρο-Ι.τ.Α, έχουμε δουλειά. Αποστολή: αψίδα.

Κατέβηκα.
Ερημιά έξω, δε θυμάμαι αν είχαν αρχίσει οι χοντρές μάσες (δεν είμαι κοιλιόδουλος εγώ, ναι, καλά)….
Βγήκα.
Κι εκεί είδα τα βουνά τριγύρω (κάπου θα ‘ναι και του καπετάνιου το πολυαγαπημένο Βελούχι), κοντραρίστηκα με το αδιαπέραστο πράσινο τριγύρω, άκουσα την ησυχία τριγύρω, ένοιωσα το ψιθυριστό αεράκι τριγύρω, με χάιδεψαν τα μικροτιτιβίσματα των πουλιών τριγύρω, οι μακρινές κουβέντες ανθρώπων που ξυπνάνε τριγύρω, αλλά δεν έβλεπα κανέναν τριγύρω για την αψίδα!
Ευτυχώς, μετά από λίγα λεπτά, εμφανίστηκε ο έχων το γενικό πρόσταγμα Vespάκιας, οπότε ησύχασα, θα στήναμε. Χειραψία, γιατί, άσε μας, αφού έχουμε δουλειά…. Καλημερασιόοοον Vespάκια!
Ήρθαν και οι άλλοι, στήσαμε και ράθυμα «πήρε μπροστά ο κινητήρας», κι επιτέλους μετά από κάμποσες καλημέρες με κάποια από τα παιδιά και βοήθεια όπου χρειάστηκε, ήρθε η ώρα -όχι του Γιάννη Βαλαώρα, αλλά του μπουφέ. Αλλά μας προλάβανε κι είχε «ουρά». Τι με νοιάζει; Θα φεύγανε….

Από έξω τα κορίτσια «τεντώνανε» στο ρελαντί τις κορμάρες τους και τα παιδιά stretchάρανε τα «μούσκουλα».
Το επίσημο τριανταεξάωρο ξεκίναγε σιγά-σιγά, με τη Eva να σφραγίζει την εκκίνηση.
Ο δρόμος άρχιζε να υποδέχεται τους φιλοξενούμενούς του….

Επιτέλους, μπουφές!

Κάποτε πήρε να τελειώνει η εκκίνηση. Μαζέψαμε, φορτώσαμε κι ετοιμαστήκαμε να φύγουμε κι εμείς.
Ετοιμάστηκε η σκούπα για την αποστολή της, το αυτοκίνητο του στρατηγού με τον προποτζή μαζί, η Eva «φορτωμένη» διάφορα και την ξεφούσκωτη αψίδα, με αποστολή να την κατεβάσει στην Πάχη, όπου και θα τερματίζαμε κάποια στιγμή την Κυριακή. Ή αν θες, νωρίς τη Δευτέρα…. 
Χαιρετηθήκαμε άπαντες.

Καλό δρόμο άπαντες!
Μεγάλη ευχή αυτό το «καλό δρόμο»….

Κι ο χρόνος τα «δικά» του…. Θες γιατί αργήσαμε (σιγά το νέο…), θες γιατί έτσι είναι (χαχαχαχα), κι αφού πήραμε νερά και γενικώς υγρά, καλημερίσαμε κι εμείς το δρόμο. Και δρόμοοοο….

«Pin ότι χρειαστείς μου λες.»
«Εντάξει Ι.τ.Α, αλλά ξέρεις δεν έχω καταλάβει την ακριβή συμπεριφορά του Van και, μια και δεν έχεις οδηγήσει, θα κάνω ένα μικρό test-drive –να δω και πόσο ‘κάνει διαφορικό στις φουρκέτες’, να πάρεις κι εσύ μια ιδέα. Πρέπει να έρθουμε και λίγο κοντά στην επίσημη διαδρομή….»
«Ωραία Pin».
Πολύ ωραία, … Air Σκούπα on take-off….
Βγήκαμε από το Καρπενήσι και αφού είχα στοιβάξει πρόχειρα ομολογουμένως τα τσαμπασήρια μας και ανάψει το GPS μου, υπήρχε και το επίσημο (ηχητική παρτουζίτσα με τις κοπέλες –όχι καριόλa, δε στρίβω εδώ και διάφορα «αγαπησιάρικα»), άρχισα να παρατηρώ τριγύρω μου.
Καιρός καλός –μακάρι να συνεχίσει έτσι όλη τη μέρα.
Στην πρώτη καμπή βέβαια κατάλαβα κι άλλα πράγματα….

«Pin, πρέπει να τοποθετήσω καλύτερα τα πράγματα να μη σε ενοχλούν. Και να μην ‘ίπτανται’.»
«Ναι, κι εγώ να βάλω και το κράνος καλύτερα, την τσάντα μου…, να έχω και μια φωτογραφική πρόχειρη μήπως και χρειαστεί…»

Μια χαρά. Αν θα πάμε έτσι όλη την ημέρα, μια χαρά…. Και δύο μη σας πω!
Αν το πιστό Transit είχε anti-roll, αυτό θα δούλευε υπερωρίες…. Να μη τα λέμε.
Αρχίσαμε τις κλειστές φουρκέτες, όλο «διαφορικό κάνει βρε Pin μου» και τα φρενάκια σα να έχουνε ψιλοφραππεδιάσει, να τα ψύξουμε….
Το ότι κάναμε εταπ προφανώς έχει μικρή σημασία προφανώς….
Και να μην ξεκολλάει στη φουρκέτα και να έχει περιορισμένη ωφέλιμη περιοχή (εμ πετρέλαιο Pin μου, δεν είναι μπενζίν –οδηγείται αλλιώς…), κι όλο και να πρέπει να «παίζει» με το κιβώτιο. Και το mπουρδέλο το Ford να μη του κάνει τα χατίρια….
Έτσι θα πηγαίναμε; Έτσι θα πηγαίναμε! Ποοολύ καλά! ΤΡΙΚΑΛΑ! Χαχαχαχα!
Γεια σου ρε Pin! Anytime, any place, man!

Και οι εικόνες να «πέφτουν καταιγιστικά». Ασταμάτητα. Χωρίς έλεος. Αδιάφορες για τη «ζημιά» που επιφέρουν…. Ανέβα, κατέβα, πέρνα, μείνε, πρόσεχε.
Ο δρόμος να αλλάζει «ρούχα» σε μια ξεχωριστή πασαρέλα όπου τα χρώματα και η μίξη τους –το ράψιμο μεταξύ τους, να είναι αρμονικό, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς κενά χωρίς degrade (μοδιστρική ορολογία, ψάχτε το) και ταυτόχρονα τόσο απόλυτη «κοφτερή» οριοθετημένη, σαν με νυστέρι κομμένη. Η ομαλή διάβαση του μπλε από τον ουρανό με τις άσπρες πιτσίλες να «χύνονται» πάνω στο πετρί των βουνών ή/και με το διαφορετικό και κατά περίπτωση πράσινο, με το χωματί, με το μαύρο του πυκνού πράσινου, με το «γραμμί» του στριφτερού (αλλού σφιχτού, αλλού λιγότερο) δρόμου, με το «κορδελί» από τις μπαριέρες –όπου υπήρχαν, το πράσινο της πλαγιάς, το πράσινο του κάμπου (κάποιου κάπου μακριά μας), το τυρκουάζ από τη λίμνη των Κρεμαστών, το αλλιώτικο χρώμα των νερών του ποταμιού πιο πέρα, τα «εκνευρισμένα» νερά που άφριζαν από την πίεση την ορμή το στένεμα της κοίτης εκείνο το χρώμα, η άλλη απόχρωση του άλλου χρώματος, το ίδιο δέντρο να φαντάζει αλλιώς, μόνο και μόνο επειδή ο «βασιλιάς» ήλιος το «κοίταξε» διαφορετικά. Το «μπαλωματί» από τα μικρά (ή μεγαλύτερα) χωριά που ξεπρόβαλλαν μέσα στο αδιάλειπτο της φύσης, το αδιάσπαστο του ορίζοντα. Το «σκουπιδακί» (στη γενική εικόνα) από τις βαρκούλες που ψάρευαν, από τους ανθρώπους που κινούνταν…. 
Ένα ασταμάτητο, ακούραστο, ακατάβλητο «βασανιστήριο» για όλες τις αισθήσεις, αφού τα παράθυρα ανοιχτά –στα ψηλά είχε κρυάκι αλλά χαμηλότερα μαλάκωνε, να πάρει μερίδιο και η μύτη….
Τη γης που ανάσαινε, την πέτρα που φούσκωνε από το οξυγόνο, με τη βλάστηση ορεινή ή πιο πεδινή να δίνει στον αέρα τα δικά της αρώματα-μπαχαρικά κι εσύ μέσα σε αυτό το φαγάδικο ψυχής, το lobby ζωής, να μην ξέρεις αν πρέπει να ανασάνεις, αν πρέπει να κρατηθείς, αν πρέπει να αφήσεις το οξυγόνο και την εικόνα να σε κάψει. Να σε λιώσει. Να σε πνίξει. Με τις εικόνες να εναλλάσσονται. Με την εικόνα να αλλάζει και να παραμένει η ίδια. Με την εικόνα της οποίας είμαστε κι εμείς μέρος. Είμαστε κι εμείς καλοδεχούμενοι.

Κι η σκούπα να ίπταται….

Μη ζητάς ονόματα, μην περιορίζεσαι σε «τοποταμπέλες», μη ζητάς να μάθεις ποιο χωριό, ποιο ποτάμι, ποια στροφή…. Όλα συνωμότες συνασπισμένοι εναντίον σου είναι. Έχουν βαλθεί να σε τρελάνουν…. Κι εκεί που λες «εντάξει, το είδα», να σου δίνει το ίδιο αλλά αλλιώς. Νέα εικόνα, νέα δεδομένα, νέο overlapping, καινό ακόμα και το κενό. Ακόμα και το κενό γεμάτο. Ακόμα κι εσύ….
Με τον… «Ξένιο Δρόμο» να σε συντροφεύει, να έχει για σένα απλωμένο το χαλί του, κι ας είναι πολλές φορές χάλι. Κι ας μην καβαλάς. Τότε που καταλαβαίνεις γιατί καβαλάς, τότε που φτιάχνεις καβάλο για όταν θα ματακαβαλήσεις. Τότε που από μακριά σε βλέπεις πως είσαι όταν καβαλάς, τώρα που είσαι κάτω, ή έξω, τώρα που πυρώνεις, τώρα που καταλαβαίνεις τι πάει να πει καβάλα κι όχι ιππασία, τώρα που το νιώθεις να γιγαντώνει μέσα σου. Τώρα που το μυστικό σού φανερώνεται δωρεάν, ότι δεν είναι στην απλή καβάλα ή μη. Τώρα που σκύβεις νοερά και ανθίζεσαι ότι το μυστικό είναι όχι στο αν καβαλάς ή όχι, αλλά στο να μην είσαι καβαλημένος δηθενουλίδης, βουρκόβαλτος, δεν ξέρω αν με καταλαβού –αντιλαβού και «Σώσον ελέησον»….
Κι ο δρόμος που συνεχίζει μονοπατιστός στην τεράστια πλάση, ανέβα, κατέβα, στρίψε, κόψε, δώσε, φρένο, φουρκέτα, πρόσεξε, φυλάξου, φύλα το, σάξε, κατέβασε μία (μπορεί και δύο), πιες, φάε, ίδρωσε, κόπιασε και κοπίασε…, γείρε (λίγο ή πιο πολύ οι «αεροπόροι»). Όπως η ζωή.
Και με το χρόνο να το συμπιέζει όλο αυτό, ιδιαίτερα αν «το πας»… χρονομετριστός. Σαν και τη ζωή…. Σ’ ένα κυνήγι του χρόνου, που θαρρείς ότι θα κερδίσεις, αφού θα έχεις χρόνο για περισσότερα…. Θα χάσεις.
Βέβαια, στα φορτηγά, είναι λίγο διαφορετικά, αφού ο χρόνος «απλώνει» και σου δίνει κατά κάποιο περίεργο τρόπο «χώρο» και να συνεχίσεις να οδηγάς και να συνεχίσεις να παρατηρείς γύρω σου. Και να συνεχίζεις να κάνεις το «πρώτο όργωμα» στο μυαλό σου για τις πιο βαθιές σκέψεις που θα έρθουν αργότερα. Ένα περίεργο συναίσθημα, ένα περίεργο «κόλπο» να μπορείς να βλέπεις το δρόμο κι εσένα, να τα fine-tuningίζεις όλα.
Ακόμα καλύτερα αν συνταξιδεύεις…. Ή έτσι νομίζεις.
Στο δρόμο κουκλίτσα μου δεν σταματάς ΠΟΤΕ να οδηγάς κρατάς δεν κρατάς τιμόνι και, μην αυταπατάσαι. 
Όπως κι όταν καβαλάς. Κι ας μην καβαλάς αφού έτσι νομίζεις….

Αρχίσαμε να ξανανεβαίνουμε.
Συνεχίζαμε. Kαι είμαστε και σχετικά μπροστά, αλλά πάντα σε «επίκαιρη θέση» για το οτιδήποτε….
Ντριιιν! Τηλέφωνο. 

Τι να έχει γίνει άραγε;
Και Τώρα Μπελάδες με πρόβλημα τροφοδοσίας, θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω προς Βρουβιανά. Περάσαμε προς τα πίσω τους δρόμους που είχαμε περάσει λίγο πριν (το λίγο με την ευρεία έννοια…), ξαναπεράσαμε τον ξαπλαριστό σκύλο που στη μέση του δρόμου, απλά στα πaπάρια του για ότι γινότανε….
Σταθήκαμε στην άφραχτη αυλή ενός μοναχικού σπιτιού, τηλέφωνα «κουράγιου» και λογικής στον αναβάτη, που τελικά αποφάσισε να επιστρέψει προς τα πίσω αφού, το 36άωρο τέλειωσε γρήγορα. Αυτή τη φορά….
Από μέσα απ’ το σπίτι, βγήκε η «μαμά» να ρωτήσει δύο-τρία πράγματα. Πιάσαμε κουβέντα –απλά ανθρώπινα πράγματα, για τον καιρό, για τις βροχές, για τη ζωή, για τα τριαντάφυλλα που στην πόλη δεν μυρίζουν…. Και τσουπ! Φεύγοντας, έκοψε ένα ευωδιαστό τριαντάφυλλο από την τριανταφυλλιά της, έτσι για το «καλό δρόμο». Την «είδα» τη Νικόλ στην κυρά του μοναχικού σπιτιού…. Σκληρή, μα και γλυκιά μαζί. Γενναιόδωρη…. Τζούρα και ντόπα στο μυαλό το κόκκινο τριαντάφυλλο που θα μας συντρόφευε όλη τη μέρα, στο δρόμο μας….
Και ξανά μανά προς τα πίσω (ο σκύλος είχε μετακομίσει την ξεραμάρα του σε άλλη σκιά…), προς τα πάνω, προς τα ψηλά και άγρια….

Κάπου, στάση για φωτό. Η «σκούπα» πέρασε από τη Σκούπα. Αμέ! Εμείς έχουμε και το χωριό μας κουκλίτσες μου….

Πάλι, πάντα, ο δρόμος. Άρχισε και αυτός να «κλείνει». Να «σπάει» από τα νερά ή τις κατολισθήσεις, να σκαρφαλώνει τα Τζουμέρκα, πέτρα, πέτρα στις απέναντι κορυφές. Δέντρα, δέντρα θεόρατα, δέντρα πυκνά απροσπέλαστα, δέντρα φύλακες, δέντρα πράσινα σκούρα, δέντρα πιο ανοιχτόχρωμα.
Φαράγγι, κι άλλα δέντρα, αλλά μια στιγμή. Τι είναι αυτό το κίτρινο, αυτό το κόκκινο, κι αυτό το μπλε απέναντι; Και για κάτσε: πριν από λίγο ήταν ένα, τώρα τι έγινε και αυγατίσανε;; Βλέπω καλά;
Μια χαρά έβλεπα από απέναντι σκαρφαλωμένους στο ορεινό μονοπάτι εκδρομείς να κάνουν τη βόλτα τους καμουφλαρισμένοι από την «πράσινη αρτάνη» των δέντρων που και απέναντι γέμιζαν την απόκρημνη πλαγιά….
Κι ο δρόμος να εξακολουθεί να «κλείνει», να «σφίγγει», κάποτε περάσαμε και μια ομάδα από μοτοσυκλέτες –είπαμε και δύο κουβέντες….
Που στο διάλο είμαστε; Στα Πυρηναία;; Πριν, μετά, σε τι συντεταγμένες; Ποιος χάρτης να μας δείχνει; Μπορεί άραγε ένας χάρτης να δείξει κι αυτά που περνάμε;; Αυτά που σκεφτόμαστε σαν διερχόμαστε έναν γεωγραφικό τόπο; Και τι γίνεται με τους χάρτες του μυαλού; Οι «άτλαντες» της ψυχής; Οι Άτλαντες της ζωής;;
Σε κάποια φάση ο δρόμος περνάει από ένα «ανοιχτό» τούνελ. Κάτω από του βουνού κάποια εξοχή και συνέχιζε το… δρόμο του…. Δύσκολο κομμάτι που έδειχνε τις «πληγές» του από τις χειμωνιάτικες «κόντρες» με τον καιρό….
Κι άλλα δέντρα, κι άλλη πύκνα…. Και το «φίδι» να συνεχίζει το κουλούριασμά του…. Κάτω σε κάποιο χάσιμο, εκεί σε ένα κάθισμα, να και μια κατάγκριζη Εκκλησία φτιαγμένη από μαστόρους που μέσα στα αιωνόβια ταξίδια τους από χωριό σε χωριό, από τόπο σε τόπο, τελειοποίησαν την τέχνη τους. Το σμίλεμα και την μορφοποίηση της πέτρας σε επιθυμητά και όμορφα «συνεργαζόμενα» μεταξύ τους κομμάτια, που δημιουργούν ένα όμορφο αποτέλεσμα. Κομμάτι το κομμάτι, καλεμιά την καλεμιά….
Πετρόχτιστα παστρικά μαστοροχώρια που επιμένουν κρεμασμένα στην πλαγιά προφυλαγμένα, από της προόδου την πόλη (όπως είναι γραμμένο), αφημένα στην επιμονή των κατοίκων τους από των πολιτισμένων τις προτεραιότητες…. Πολλές φορές παρατημένα στην τύχη τους….
 
Κι άλλα δέντρα, κι άλλ…, κι άξαφνα, τίποτα!
Μόνο χαμηλή χορτοβλάστηση, πρόβατα,  πέτρα και κορυφές με αυχένες να τις συνδέουν. Ο τόπος σου Vespάκια!
Αλπικά τοπία τώρα, αλπικές καταστάσεις πια. Στο μυαλό νοερά, οι Tre Cime di Lavaredo…. Χαχαχα, έτσι Gino;;
Επιβλητικοί όγκοι που ικανά τετράτρ…εεε, …ποδα δαμάζουν καθημερινά, βόσκοντας αμέριμνα. Ποιος Quintana ποιος Arύ, ποιο Zoncolan, ποιο Anglirou…. Τα μεγάλα κοπάδια που οργώνουν τα ορεινά περάσματα, από Ήπειρο σε Θεσσαλία (αλλά και αλλού)…. Κοπάδια που διανύουν απίστευτες αποστάσεις πάνω στα βουνά μας. Σε αναζήτηση κάποιου… «μποφέ»! Και κάπου στο αγνάντι τους ο τσοπάνης μονάχος, με την κάπα του για παρέα και τα σκυλιά για φύλακες (καλά όλο και κάτι σε Baikal μπορεί και να κρύβεται κάτω από την κάπα…).

Ένα ιδιότυπο κοπάδι δεν είμαστε κι εμείς όμως;;
«Μπουφέδες» δεν ψάχνουμε στη ζωή;;

Κι ο «Έκτορας». Υπάρχουν κι άλλοι «Έκτορες» εδώ.
Όχι φίλε μου, δεν τα είδες καλά τα πράγματα. Ή δε θες να τα πεις…. Ο «Έκτορας» δε σας φοβέρισε δήθεν για να προστατεύσει τους «φίλους» του. Δεν έχει φίλους. Εκτός από έναν, αυτόν που τον ταΐζει. Αυτόν που μπορεί -γιατί εκεί είναι αλλιώς τα «γράδα»- να του δώσει ένα χάδι που και που. Τα πρόβατα δεν είναι φίλοι του. Τα πρόβατα είναι η αποστολή του. Αν το θες στην πιο «γλυκιά» version, τα πρόβατα είναι τα πάνχαζα αδερφάκια του, αυτά που όλο και κάποια maλακία θα κάνουν, αν δεν έχει το νου του. Αν δε φυλάει το «ασκέρι». Κι όποιος μπει ανάμεσα σε αυτόν και την αποστολή του είναι εχθρός. Ο κάθε «Έκτορας» είναι μαντρόσκυλο, φύλακας, όπως θες πες το. Είναι εργαλείο, κι όχι μπιμπελό. Στέκεται δωρικός, προκειμένου να «περνάνε» καλά αυτοί που φυλάει, αυτοί που του εμπιστεύθηκαν το κοπάδι, αυτοί που προστατεύει. Αυτό που το ένστικτό του τού λέει τι πρέπει να κάνει. Κι εδώ στον «απολίτιστο» πολιτισμό εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας. Εκεί στον πολιτισμένο …απολιτισμό, απλά λέμε «καλό παιδί, να μην το τρομάξουμε». Τις περισσότερες φορές θρέφουμε σκουλήκια και λύσσα….
Γι αυτό και ασυναίσθητα τον βάφτισες Εκτώρα, κι όχι … Φίφη. Η παρουσία και η στάση του και μόνο, σου απαγόρευσαν το οτιδήποτε άλλο…. Γουβ! Γουβ! 

Για ακόμα πιο ψηλά, με τις φουρκέτες να «κερδίζουν και 10 υψομετρικά μέτρα….
Τώρα πια, ακόμα και η έρπουσα βλάστηση έχει γείρει υποταγμένη στις προσταγές του αέρα. Εδώ στα ψηλά αυτός είναι που κάνει «νταραβέρι»…. Σε προφυλαγμένα σημεία ποτίστρες ή και ταΐστρες. Εκτός από πρόβατα και γίδια (όχι ανθρώπινα) και μοσχάρια να βολτάρουν αμέριμνα στις πλαγιές με τα κίτρινα σκουλαρίκια τους και τις κουρούνες τους, ντον, κλονγκ, ντον, ντονγκ, κλονγκ, ντονκλονγκ, κλονγκ, κλονγκ, ντονγκ, κλονγκ….
Ούτε κιβώτιο από παλιό και ξεχαρβαλωμένο Guzzi….
Κι ολόκληρα κομμάτια από μπαριέρες να λείπουν είτε γιατί απλά ποτέ δεν υπήρξαν, ή γιατί πολύ απλούστερα, τις εγκατέλειψε το έδαφος από κάτω τους…!
Εδώ στα ψηλά, λίγοι φτάνουν. Ο αέρας και η ερημιά διαφεντεύουν. Και κάποιοι άλλοι βέβαια….

«Το mπουρδέλο, εξακολουθεί να με ταλαιπωρεί με τη στενή του ωφέλιμη περιοχή. Όλο ανεβοκατεβάζω…»
«Λογικό, αφού γεμίζεις μόνο τις μεγάλες σχέσεις και δε το ροπιάζεις»
«Λες μπούρδες, έχει στενή περιοχή, κάτσε να ανεβούμε στο διάσελο και θα δεις…»
«Στην κατάβαση, τι να δω; Αφού θα έχει φόρα και θα ξανανάψουνε τα φρένα…»
«Μωρέ θα δ…φρένοοοο»     
«Φρένοοο…γαμωτ…, γαμωτ… ,γαμωτ…»

Ακριβώς στο «σιάξιμο» μετά από μια ανηφορική αριστερή φουρκέτα, εις από τους «άλλους αφεντάδες» καταμεσής στο δρόμο, αδιάφορος και αμετακίνητος.
Ένα ανοιχτόγκριζο με μαύρα στίγματα «μοσχαράκι», κάποιων εκατοντάδων κιλών θρεφτάρι, με τα αιχμηρά του κερατάκια να μας κοιτάει με το πλάι. Και να μη κουνιέται. Block (κι όχι ο Ken)…. Σταματήσαμε –τι δηλαδή να κάναμε;;  Σταματήσαμε. Περιμέναμε. Περιμέναμε. Περιμέναμε. Και περιμέναμε. Και μας περιεργαζότανε, ωσάν άλλος πορτιέρης που «μετράει» τους υποψήφιους προς είσοδο. Ο τύπος ακούνητος, σα να μας έλεγε ότι «εδώ αγοράκια, ήρεμα. Εδώ θα καθίσετε καλά και ξεχάστε τις λογής μαγκιές και τα ‘ξέρεις ποιός είμαι ‘γώ ;’»….
Και περιμέναμε….

«Ωραία. Κολλήσαμε»
«Εντάξει, θα περιμένουμε λίγο»
«Pin, το ‘λίγο’ σου πάει να γίνει πεντάλεπτο»
«E, αφού δεν κουνιέται»
«Αν μαρσάρεις λίγο;»
«Λες;»
«Ναι, αλλά λίγο»
Αμετακίνητος και μάλιστα, μας έκανε και γκριμάτσα «Στα παπάριa μου λέμεεε»….
Άλλα δύο λεπτά. Ασάλευτος.

«Δε το πιστεύω. Δεν κουνιέται. Ούτε πόντο!»
«Αααν κορνάριζες, αλλά σπινά;»

Μπιπ (όντως σπινά). Θαύμα. Με αργό και βαριεστημένο βήμα ο «πορτιέρης» παραμέρισε και μας επέτρεψε να συνεχίσουμε στην ανηφόρα μας.
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12,_____,19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #2 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:30:35 πμ »
Σε λίγο το υψόμετρο «έγραψε» 1902 μέτρα. Μπάρος. Το ψηλότερο πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και τούμπαλιν. Εδώ και δεκαετίες. Εκατοντάδες ιστορίες, χιλιάδες πρόβατα. Μάνες που ως παιδιά ακολουθούσαν τους τσοπαναραίους του τότε, με τα μεγάλα κοπάδια του τότε, ανθρώπους που είδαν και το κακό να περνάει δίπλα τους τότε…. Άσχημα χρόνια, και τα βουνά να είναι όπως και τότε, έτσι και τώρα, ΕΔΩ! 

Σταθήκαμε ακριβώς στο διάσελο. Ανάσα.
Κι άξαφνα ένα δυναμικό κούνημα από το αγιάζι. Πέρα-δώθε το Transit, και ξανά, σαν σε σπιλιάδα από το πλάι σε κάποιο πέλαγος, σε μια κυματοκορυφή που βρέθηκες…. Και μπροστά σου να βλέπεις τα… πράσινα κύματα που ορθώνουνε το παράστημά τους και σε περιμένουνε χωρίς βιασύνες να σε καταπιούνε! Άλλωστε από ‘κεί θα πέρναγες…. Μπρος δασί και πίσω γκρέμι…. Βουρ!
Από εδώ και κάτω θα αρχίζαμε την κατάβαση για να φτάσουμε κάποια στιγμή στο Μέτσοβο. Αρχίσαμε πάλι να μπλέκουμε σε «φασαρίες» με την «πράσινη συμμορία». Μόνο που τώρα, καθώς ο ήλιος άρχιζε να γέρνει, όλα φάνταζαν αλλιώτικα, ακόμα και οι πέτρες ήταν πιο γλυκές. Ακόμα και η αγριοσύνη ήταν πιο προσφιλής. Όλα έμοιαζαν ακόμα πιο οικεία, σαν κάποια φιλαράκια που συναντήθηκαν ξανά…. Τι λαχανοπράσινα τούνελ, τι ροζ χιόνια στις απέναντι κορφές, τι ομορφιά, δοσμένη σε κατάλληλες δόσεις.
Ακόμα και τα χωριά βαφτισμένα με νονό τον ήλιο, Ανήλιο, Προσήλιο, ούτε που θυμάμαι, Καλαρίτες, ούτε που με νοιάζει. Πως όμως αυτά τα ανθρώπινα, τα φτιαχτά, τα δημιουργήματα, έρχονταν σε πλήρη «ευθυγράμμιση», σε συμφωνία με τα «εν αρχή ην», με τα δημιουργήματα της φύσης, μιας άλλης δύναμης, υπέρκοσμης, πέρα και πάνω από τους ανθρώπους….
Με δευτερολεπτοστιγμές πριν πεις μέσα σου «χόρτασα», «το κατάλαβα» το «χώνεψα», αυτόματα η φύση να αλλάζει αποχρώσεις και εικόνες. Κι εσύ ανίκανος να ξεκουραστείς, αφού δεν προλάβαινες να σε πείσεις ότι τέλειωσε, αφού ξανάρχιζε. Σαν σε μονταζιέρα, με τις σκηνές να περνάνε από μπροστά σου κι εσύ να μην μπορείς να κόψεις τίποτα –κι ούτε να μπορείς, αφού στην τελική όλα ήταν διαφορετικά, ακόμα και τα ίδια….. Σαν τη γκόμενα τη σωστή όμως, που ξέρει «πως», «γιατί», «πότε» και «πόσο» να σε «παίζει» και να σε τρελαίνει. Να σε κρατάει σε «πείνα» σε «έξαψη», αλύτρωτο. Όχι τα μυξοπαρθενέ καποτουλέ «εγώ δεν κάνω τέτοια, είμαι κιουρία!» Κιουρία και λιβανία  baby…. Ή τα, «εμένα η μαμά μου μού είπε να μη…», τότε να φέρεις και τη μάνα σου αγάπη μου. Ή τα «ο μπαμπάς μου μού έχει πει…», τι να έχει πει άραγε αυτός ο μπαμπάς;;; Άραγε αυτός τι θα έκανε;; Ή το αδερφάκι (που αν και νταραβερίζεται με την Μαριλένα την κορούλα κάποιου άλλου μπαμπά), εντούτοις προστατεύει τη μικρή του αδελφούλα, μόνο για να μάθει κάποια στιγμή ότι το Μαράκι (η αδελφούλα του), η παρέα το φωνάζει παρτουζάκι….
Και που στο τέλος στα φορτώνει κιόλας…. Όχι ότι βέβαια κι εμείς είμαστε «Αγίες Τερέζες» με αγαθές πλερέζες αγόρια μου. Τεσπά. Άλλη στιγμή αυτά.
Κι εκεί τους άκουσα να έρχονται αλλά δεν υπήρχε χρόνος, κι εκεί σε είδα, στο διάσελο, μη νομίζεις. Πιθανόν το βραδάκι να φτάναμε και κατά τη Σαμαρίνα.

«Θα σταματήσουμε, να φάμε και κάτι, πείνασα»….
«Εντάξει»

Διάλειμμα στο Μέτσοβο, όχι ότι εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα…, απογευματάκι. Να φάμε και κάτι. Να πιούμε και κανά καφεδάκι…. Ο κόσμος να γεμίζει, Σάββατο απόγευμα, τέλειωσε και η μπάλα (τοπικόν ντέρμπυ μεταξύ Δόξας Αβέρωφ και Αναγεννήσεως Ζάππα)….
Βέβαια ταλαιπωρηθήκαμε ολίγον μέχρι να φτάσουμε στην πλατεία, όπου είπαμε και κάτι «γνωριμιακά» με την περιπτερού που σώνει και καλά να πάμε και να παρκάρουμε αλλού αφού άμα βρέξει πως θα πάρει το τσίγκινο κάλυμμα του ψυγείου της….
Άσε μας κουκλίτσα μου.
Τεσπά, κάτσαμε να τσιμπήσουμε, είδαμε και τους άλλους που  κατέβαιναν από το παίγνιο, σε πορεία προς Γιάννενα.
Εμείς θα καθόμασταν λίγο παραπάνω, το φαγητούλι ήθελε και καφέ μετά, να περιμένουμε μήπως μας χρειαστούν….

Το σούρουπο είχε πια να κερδίσει πολλά «σημεία» στο γύρο της ημέρας –του άσβεστου φωτός της πατρίδας μας….
Ντριιιν! Ωχ….

Αυτή τη φορά, το «ωχ» θα αποδεικνύονταν σοβαρό. Θα έπρεπε να τραβήξουμε προς τα Γιάννενα, αφού υπήρχε πτώση και μάλιστα σοβαρή.
Ο Βάκης σε μια φουρκέτα με λίγα, έπεσε και μάλλον είχε σπάσει το πόδι του. Ευτυχώς δεν ήταν μόνος του. Μαζί του ο Νίκος ο Καραγιώργος, εγγύηση στο δρόμο. Να και κάτι θετικό μέσα στο σιχτήρι…. Και φυσικά και άλλα παιδιά….
Τεσπά, μετά τα πρώτα διευκρινιστικά και συμβουλευτικά τηλεφωνήματα, ξεκινήσαμε…. 
Η Σαμαρίνα θα μου γλύτωνε πάλι….
Μετά από λίγο ο στρατηγός επικοινώνησε μαζί μας  για να μας ανακοινώσει ότι δε χρειαζότανε τελικά να πάμε «προς τα ‘κει», αφού όλα είχαν διευθετηθεί – το μηχανάκι θα το πήγαινε ο ίδιος στο ξενοδοχείο, αφού δεν έδειχνε «να έχει κάτι το σημαντικό»…και το ασθενοφόρο ανέβαινε να παραλάβει το Βάκη.
Πάλι βολτούλα στη ζούλα…. Και με Griso έτσι;
Ας ήταν να μην είχε συμβεί το ατύχημα κι ας βολτάριζες και με Stornello….

Εμείς πια σε νέα αποστολή.
Θα περνάγαμε τα Γιάννενα και θα πηγαίναμε προς Ασπράγγελους σε «καραούλι» για τα παιδιά που θα έρχονταν μέσα στη νύχτα από τα ψηλά προς την «όαση» του ξενοδοχείου….
Μπήκαμε στο χωριό, αλλά «δεν». Μανούβρα, για να βρούμε μια πιο επίκαιρη θέση. Η θέση πραγματικά «τρελή».
Φύλακες μπροστά στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (σημαδιακό κε Επίτροπε;; ), μπροστά μας λοξά δεξιά η Καρυών Ελάτης – Ασπραγγέλων, πίσω μας από τα δεξιά η Αρίστης – Ασπράγγελλων, πίσω μας από τα αριστερά η Μηλιωτάδων – Ασπραγγέλων, μπροστά μας προς τα δεξιά ο δρόμος που οδηγούσε μέσα στο χωριό. Πραγματικά «ελεγκτές κυκλοφορίας». Επίγειας….

«Αν ακούσεις μηχανάκια, πες μου να ανάψω τα φώτα, για να φαινόμαστε, μη τυχόν θελήσουν τίποτα τα παιδιά που θα έρχονται»
«Οκ»

Τρελή τύχη, φίλε μου, να πετύχω πάλι το… δεσπότη.
Χωρίς πολλή σκέψη άφησα τον Pin, μέσα στο αεροπλ… σκούπα και, βγήκα έξω.
Καλησπέρα δεσπότη.
Παρ’ ότι υπήρχε (μακρινός) φωτισμός από τα τελευταία σπίτια του χωριού, από τις απόμερες κολώνες, ακόμα και μέσα στο πορτοκαλοϋπομαυροφωτεινουλί, η μαυρίλα από τις χαμηλές λοφοπλαγιές, η μαυρίλα που «έσπαγε» μόνο από τη γαλατομπαλωματιά από τα ιδιόκτητα λαμπιόνια του ουρανού, η μαυρίλα του δρόμου, αυτό το πλήρες χρωμάτων μαύρο, αυτό το νυχτερινό καρτερικό χρώμα, το μαύρο που περιμένει την ένεση της ακτίνας του ήλιου για να δώσει ζωντάνια στα υπόλοιπα χρώματα της φύσης, αυτά που προφύλασσε και ξεκούραζε, αυτό το φωτισμένο μαύρο που ισχυρό ξεκουράζει τη φύση τα βράδυα, που σε φέρνει –διακριτικά στην αρχή- μπροστά στον καθρέφτη σου, αυτό λοιπόν το χρώμα, δέσποζε. Το δεσποτικό μαύρο.
Κι ένας μακρινός αχός, όχι όμως ανθρώπινος, αλλά εξώκοσμος, άγνωστος-ξεχασμένος-γνωστός στο βουητό του κεφαλιού που πασχίζει με λύσσα να υπερασπιστεί, να διαφυλάξει τα του «πολιτισμού»….
Ένα αλλιώτικο χάδι, όχι μόνο στο δέρμα, αλλά και στο μυαλό. Είναι η πλάση που ξαποσταίνει κι αυτή από τις δικές της «ημερήσιες ώρες στο τιμόνι», η φάμπρικα της φύσης που «έριχνε ρυθμούς» (χωρίς βέβαια ποτέ να ξαποσταίνει πραγματικά –άσε που είναι το βράδυ που γίνεται η σοβαρή δουλειά και η προπαρασκευή για τα υπόλοιπα που συμβαίνουν το πρωί), αυτό το χάδι, η ανασεμιά που μπουκάρει από όλους τους πόρους σου. Ακόμα και από τους «βουλωμένους» ή και αυτούς που «μπάζωσες» τάχαμου….
Ωσάν βρέχει εκεί πίσω στα «πολιτισμένα» και προοδευτικώς καμωμένα, που τα αρτίως μπαζωμένα ρέματα ξεχειλίζουν, πνίγουν, παρασύρουν…, βίαια και ασταμάτητα προκειμένου να επιστρέψουν στην αρχική τους κατάσταση, πριν την επέμβαση του ανθρώπινου στοιχείου, έτσι ακριβώς. Για να θυμόμαστε τα λογής μπαζωμένα…. Και του καθενός ενδεχομένως….

«Pin, έρχονται, άναψε τα φώτα»
«Σίγουρα;»
«Ναι»

Κι εκεί, στο πουθενά, από το κάπου, προς το κάπου –όσο συγκεκριμένα και να είναι αυτά, τα φώτα από τα μηχανάκια που σπάζανε το αδιάλειπτο «μαύρο πέπλο», σαν μικρές πυγολαμπίδες που τριγυρνάνε…. Ούτε που θυμάμαι «ποιος», «με τι», «τι ώρα». Και δεν έχει και σημασία, θυμάμαι όμως ένα Guzzi με μια «βαλίτσα» στο πλάι…. Δυό γρήγορες κουβέντες και μετά «πρώτη» και καλή συνέχεια….
   
Επανάληψη. Πάλι.
Κι ένα μοναχό φωτάκι χωρίς ήχο μετά από λίγο, ένα παπί. Στάθηκε στο σταυροδρόμι, έσβησε, ο Pin πλησίασε να δει τι γίνεται, αν όλα καλά, αλλά μέσα στη μέση του πουθενά, δεν πλησιάζεις έτσι Pin μου…. Για πότε πήρε μπροστά το παπί, για πότε κούμπωσε η πρώτη, για πότε απομακρύνθηκε ο… Παπής, ούτε ο Bolt….

«Δε σε κατάλαβε…»
«Μάλλον»

Σε λίγο πήραμε «άκυρο» από το στρατηγό και ξεκινήσαμε για το ξενοδοχείο και ‘μείς…. Η ώρα αργά, οπότε για μαμ, άσε καλύτερα….
Τι να κάνουμε.
Και που ‘σαι Pin, άμα έχεις μονοπώλιο και δύναμη, την κάνεις την «αγορά» ότι θες. Κι άμα κανένας δε σου πάει κόντρα ή δε σε ξεμπροστιάζει, κάνεις ότι γουστάρεις κι ας λένε ότι θένε οι «κανόνες»….
Τους είδαμε τους πολυθρύλητους κανόνες της πολυθρήνητης αγοράς, που είναι τόοοοσο αδιάβλητοι και universal που όποτε θένε αυτοί που έχουν ισχύ, τους αλλάζουν, ή τους τροποποιούν για ίδιο όφελος…. Kαι οι άλλοι, οι καλοί τα «προβατάκια», ε, τι να κάνουμε, ας πρόσεχαν….
Όπως λένε και οι … νησιώτες, rules are meant to be broken, ή κάπως έτσι….

Μα που κέρατο είναι αυτό το Ήπειρος κάτι Hotel;;
Εντάξει το βρήκαμε, εντάξει μπήκαμε, εντάξει ήρθαμε, εντάξει βρήκαμε κάτι ψιλά στο μπουφέ –όχι ότι φάγαμε κιόλας, εντάξει το δωμάτιο, εντάξει. Όλα. Οι πολλοί για νάνι, αφού τη μέρα που προηγήθηκε, ε, δε θα την έλεγες και χαλαρή…. Και τη μέρα που θα ερχότανε, ε, δεν θα την έλεγες και χαλαρή….
Θα κοιμηθούμε; Μπα, ας περιμένουμε λίγο να έρθει κι ο Νίκος να μάθουμε και νέα από το Βάκη, να καταφτάσει κι ο Μόδιστρος.
Εν’ τω μεταξύ, όλα εντάξει, καλά όλα όπως είπαμε, αλλά από ΟΛΑ τα τουτού, έπρεπε ρε πoύστη μου, να έχουν την ετήσιά τους συνάντηση και οι Intergraleάδες εδώ;;; Τόσο γκαντεμιά;; Πάλι οφθαλμοπορνεία; Το αυτοκίνητο που στοίχειωσε τα ράλλυ τότε που ήτανε ράλλυ, αμέσως μετά τα θηρία του group B, κι όχι «δείτε μας» όπως έχουν καταντήσει πια…. Τότε που αναστενάζανε τα βουνά κι οι κάμποι κι αντηχούσαν από τις ιαχές του κόσμου που σιωπηρά, όδευε προς το προκύνημά του…. Το «τάμα» του. Τη σκόνη την πηχτή…. Τον ήλιο τον καύτη, τη λάσπη από την ξαφνική μπόρα που ξεκοίλιαζε την ξεραΐλα και κόλλαγε πάνω σου κι ας ζύγιζε κάμποσα κιλά…. Κι άιντε να ξεπλυθείς…όποτε…. Περνάγανε μπροστά μου οι ειδικές, αμέτρητες, σκληρές, ανήλεες. 36αωρίτικες…. Ονόματα παλαιότερα, αλλά και νέα, Service Parks, λαός-πρεζάκιας με τα Impreza (αργότερα), αρρωστάκια με τα Quattro (πριν), τρελαμένοι με τα Τ16…. Με τον Tiimo το χοντρούλη να καπνίζει δίπλα στη βενζίνα, το Walter να στέκει ψηλός και αγέρωχος, τον «κοίτα-είναι-τόσο-απλό-το-πάω-μ’ένα-χέρι» Jouha κι όλους τους δικούς μας ήρωες, το Τζίγγερ, το Γιώργο, τον Τάσο, το Στράτη, τον Παύλο, τον κυρ-Κώστα το Φερτάκη, τον Colin, το Richard, το Henry, τον Marku, το γερο-Stig, το Hanu, το Miki, το Seb, τη Michele και την Patricia, τους παλιότερους, τους νεώτερους, τους «ανώνυμους» άλλους δικούς μας και ξένους -το Φωτάκη το Γιαγλή, γενιές ολόκληρες να «οργώνουν» τα βουνά, γενιές ολόκληρες να στεκιάζονται ολημερίς κι ολονυκτίως πάνω στις ράχες…. Τεσπά.
Lancia Delta Integrale, κι HF και Deltona κουκλίτσες μου. Αυτά. Έτσι Gino;;
(χρωστάς πολύ κέρασμα παλιόπαιδο…)
Στη reception ‘μάθαμε’ ότι έχει καταφτάσει κι ο κος Επίτροπος εδώ και ώρες. Το είχε πάρει σερί μετά τη δουλειά του με το V65, κι αναπαυότανε ύστερα από μια δύσκολη μέρα κι έναντι μιας επίσης δύσκολης που θα την έκανε μαζί με το φιλαράκι του το Μόδιστρο.
Μάλιστα. Κάναμε το «μάτι» μας και «πυροβολήσαμε» το αυτί μας έστω και νοερώς, βολτάραμε στον προαύλιο χώρο να ρίξουμε μια ματιά στα κορίτσια που ξεκουράζονταν ύστερα από μια κουραστική μέρα (με την ευρεία έννοια του χρόνου αυτό…). Κι ανάμεσά τους, ένα μαύρο Busa απέριττο κι απλό χωρίς πρου-φρου και στολίδια.
Κατέφτασε κι ο Νίκος ο Καραγιώργος κουρασμένος από τα συμβάντα, κι από τη διαδρομή, αλλά πάντα διαθέσιμος να πει μια κουβέντα, το πλήρωμα της σκούπας πιστό στις παραδόσεις του παρέμεινε στο lobby περιμένοντας και τους τελευταίους…. Βασικά πιάσαμε και την κουβέντα με κάποιους από τους Lanciaίους, να μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη…. Κατέφτασε κι ο Μόδιστρος με προβλήματα στη μικρούλα –που θα τα «κοιτάγαμε αύριο νωρίς για να μη χάνουμε χρόνο». Κι από φαΐ;

«Μη σας νοιάζει, κάνω μπανάκι και ανασύρω κάτι σαντουϊτσάκια που έχω»

Ραντεβού λοιπόν αύριο το πρωί. Καιρός για ύπνο, πάλι νηστικός (σχετικά, ευτυχώς υπήρχαν κάτι λουκανικάκια και «τσιμπήσαμε»…)….
Αυτό πρέπει να το «κοιτάξουμε». Η μάσα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τους αργοπορημένους.
Μπήκα στο δωμάτιο –αφού βέβαια χάθηκα μια φορά, ο Κοτ νανάκια, ο Pin νανάκια έτσι κι εγώ πήρα σειρά…. Το κρεβάτι, BMW…. Έβγαλα τα ρουχαλάκια μου και «ας ξαπλώσω» και, μπόϊνκ, μπόϊνκ, μπόϊνκ. Για πότε βρέθηκα από τη μια μεριά στην άλλη, ούτε που θυμάμαι. Τέτοιο «ούζι» ελατήριο ούτε σε παλιό στρωματέξ. Μιλάμε απογειώθηκα! Ευτυχώς πρόλαβα και «τράβηξα χειρόφρενο» και το σώσαμε…. Highsiding σε κρεβάτι…. What the φucking φuck! Δε θα με πιστεύει ούτε ο Μινχάουζεν….
Καλά, εδώ έτσι και… (ξέρετε), θα χάσεις κάμποσους πόντους… εκτός αν…(άσε τον Καμασού{φ}…τρα νυστάζω), πολύ μαλακό όμως ρε παιδί μου…, πολύ βύθισμα ρε παιδί μου…. Αλλά μη διαμαρτυρόμαστε. Εγερτήριο κατά τις 8, να δούμε και τη μικρούλα, να προλάβουμε και το μποφέ.
«Νηστικοί», αλλά τουλάχιστον θα κοιμηθούμε, να δούμε και τι θα «φέ…ρει η αυ…ρι..αν…».
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12,_____,19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #3 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:34:47 πμ »
Μεγάλη εφεύρεση το snooze! Ανάλογα τα κέφια, το ρυθμίζεις κι έτσι μπορείς να επιτύχεις και το επιθυμητό χουζούρι…. Το ξεσκίσαμε βέβαια…. Ο Pin εξακολουθούσε. Από την άλλη άκρη του «απλόχερου» δωματίου, ο Κοτ ξύπνησε. Καλημερούδια με τα πόδια…. Άϊντε να σηκωνόμαστε…, άϊντε Piiiin…. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να φεύγουν για την επόμενη περιπέτ… μέρα. Κατεύθυνση Αντίρριο και Πελοπόννησος….
Κααααλά….
Πήραμε τον κατήφορο, μια μικρή βολτούλα από το μποφέ και πρώτο πιάτο. Τι να το κάνεις βέβαια, άμα σου έχουνε δώσει «απαγορευτικό»…. Κάτι φάγαμε. Εντάξει, δε λέω.
Κατέβηκε κι Μόδιστρος, μας «τίμησε» κι ο βιαστικός για δρόμο κος Επίτροπος, κάναμε και service στη μικρούλα που θα συνέχιζε, έστω και «τραυματισμένη»….

«Τι θα γίνει; Θα τελειώσετε να φύγουμε;»
«Καλά, περίμενε λιγάκι»
«Ναι, αλλά περνάει η ώρα»
«Περίμενε»
«Μήπως υπάρχει δεκαράκι να σφίξουμε τη βίδα πλήρωσης βαλβολίνης στο διαφορικό;»

Δεκαράκι εδώ, δεκαράκι εκεί, που είναι το δεκαράκι ή μήπως οχταράκι; Πουθενά!
Υπάρχουν ρε τα παιδιά: Δανειστήκαμε από τους Lanciaίους και κάναμε τη δουλειά μας. Κι έτσι Επίτροπος και Μόδιστρος ξεκίνησαν….

Γυρίσαμε στο «πρωϊνάδικο», κάτι ξαναφάγαμε, τόσες θερμίδες κάψαμε με τις παλιοβαλβολίνες…, ο Νίκος κι αυτός κάτω, δε θα συνέχιζε στο 36άωρο, θα παρέμενε να βοηθήσει το Βάκη –που «θα έχει μπει στο χειρουργείο τώρα», να κανονιστεί κι ο επαναπατρισμός της μοτοσυκλέτας. Διαδικαστικά. Άδοξο τέλος μιας όμορφης συμμετοχής, που εκτός από το ατύχημα, είχε κι άλλη μια απώλεια: ένα πλαϊνό καπάκι από το CB κι άϊντε να το βρεις και πολύ περισσότερο να πετύχεις το χρωματισμό….
Κατεβήκανε και οι υπόλοιποι μερικές κουβέντες για τη μέρα.

Κάποια στιγμή τα μαζέψαμε και φύγαμε. Ο καιρός κλειστός –έριξε δυό σταγόνες, ευτυχώς σταμάτησε…. Ουφ, ευτυχώς!
Ξεκινήσαμε προς τα κάτω. Ο καιρός πήρε να ανοίγει, λες και περίμενε κι αυτός τη σκούπα να σκουπίσει τα σύννεφα, την κλεισούρα…. Πάλι οι εικόνες, διαφορετικές. Πάλι τα πράσινα, τα μπλε –πιο απλωτά λιγότερο συμπυκνωμένα, πιο αραιωμένα κι ανάκατα και με άλλα χρώματα. Πάλι το φως, αλλά αλλιώτικο. Πάλι ο δρόμος. Πάλι το δροσαεράκι από το παράθυρο….
Πάλι η κίνηση. Πάλι η σκούπα.
Ωχ! Air Χρήστος μετά της πιστής και πολυταξιδεμένης λαχανούλας is coming! Άάάάκρηηηηηη….
Ντριιιιν. 

«Θα προηγούμαι και θα σας ενημερώνω για… τυχόν «εμπόδια» μπλε χρώματος και συναφών, μην έχουμε τίποτα προβλήματα…, δεν είμαστε για τέτοια!»
«Οκ, Chris!»
«Να προσέχετε!»
«Κι εσύ!»

Κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε προς τα κάτω, προς το μικρό κάμπο και την Ιωνία οδό…. Περάσαμε τον Αμβρακικό στα δεξιά μας, κάποια στιγμή μπήκαμε και στην Ιωνία  οδό…. Ακόμα πιο απλωτά, άλλα χρώματα πιο ξανθωπά- πιο ανοιχτά, μα το ίδιο αποτέλεσμα, το ίδιο μοτίβο εναλλαγής, μόνο που τώρα δεν υπήρχε το «απότομο», αφού πια έχεις γίνει κι εσύ ένα με την όλη εναλλαγή. Με το ασύλληπτο burst rate που θέλει η φύση, αλλά και με το συνεχές «παίξιμο» στο compensation και τις αλλαγές στην «ευαισθησία», ISO για τους Ελληνομαθείς, σε μια φωτογραφία που είναι η ίδια εικόνα, που όμως ορκίζεσαι ότι είναι διαφορετική. Ένα απίστευτο panorama, που πιάνει όσο φτάνει το μάτι με το optical zoom κι όσο μπορεί να φτάσει η ψυχή κι ο νους με το digital….  Kαι η άλλη. Και η επόμενη. Κι εσύ. Ο ίδιος είσαι. Άλλος. Αλλιώς. Και συνεχίζεις. Τώρα πια ο «πόνος» από την εναλλαγή, έχει δώσει τη θέση του σε κάτι που μοιάζει με περιέργεια «άϊντε να δω, τι ετοιμάζεις στο επόμενο δέκατο»….
Και ποτέ δε θα μείνεις ανικανοποίητος…. Αμφιλοχία. Και συνέχεια.   
Φυσικά και είχαν υπάρξει οι «ενημερώσεις» του Χρήστου για κινητά ή σταθερά μπλέ μπλόκ… εχμ, «εμποδιάκια»….
Ντριιιν, πάλι ο Χρήστος, τι άραγε να θέλει;;

«Καλά, είσαστε μαλάkες;»
«Μα γιατί το λες αυτό;»
«Δεν πάτε καλά. Εγώ σας ενημερώνω για το τι θα βρείτε μπροστά σας κι εσείς έχετε ήδη περάσει;; Κι έχετε περάσει κι εμένα;;»
«Μα, γιατί το λες αυτό;;»
«Ρε ‘σεις, δεν πάτε καλά. Σας είπα για το «θεματάκι» στο ανηφορικό ισάδι λίγο πριν από το γεφύρι δεξιά, που έχω περάσει εδώ και κάμποση ώρα, κι εσείς έχετε ήδη περάσει από εκεί και είστε κοντά μου! Κι εγώ είμαι πίσω σας ρε τρελαμένοι!»
«Μα, γιατί το λες αυτό;;»
«Τι να πω…»
«Μα γιατί το λες αυτό;»
Κοιταχτήκαμε με τον πιλότο και βάλαμε τα γέλια. Ο Χρήστος, δεν ξανακάλεσε….

Το μοναχικό Busa μας πέρασε «αεροπορία» πίσω μεταξύ Βαράσσοβας και «Παλιοβούνας», με το ροζ πόλο ν’ ανεμίζει στη μέση του αναβάτη…. Ινδιάνοι…
Χωρίς απρόοπτα, μέχρι το Αντίρριο, όπου πολύς κόσμος μαζεμένος για μπανάνα και καφέ. Πάντα η ανασυγκρότηση έχει όμορφες εικόνες. Κουβεντούλα με το Vespάκια που πάλι μόνος του στο δρόμο, σε μια μοναχική ιδιότυπη «αναρρίχηση» τώρα, με τα βουνά όμως να του λείπουν, με τη νοσταλγία των ανθρώπων που ανέβαινε δεμένος….
Όμορφες εικόνες από μοτοσυκλέτες που παίρνουν ανάσες για τη συνέχεια, προσθέτοντας χρώμα, κίνηση, παλμό στην προβλήτα….
Χάρηκα που είδα τους «δικούς μου», τους δύο Apriliaνούς με τα δοκιμασμένα RSV4, κι είπαμε και δυο κουβέντες.
Κατέφτασε κι ο Βρασίδας με το παπί. Τώρα, είχε φως, οπότε δεν υπήρχε θέμα αυτή τη φορά να γίνει … μπουχός! Δόθηκαν εξηγήσεις. Τελικά, δεν μας είχε καταλάβει. «Ποιος» «που» «πότε» και φυσικά έπεσε τρελό γέλιο…. Μας εξήγησε και το μυστικό της αυτονομίας που άκουγε στο όνομα «μπιτόνι από FZR 400»…. Συνέχιζε.
Φωτογραφίες, αναχωρήσεις. Κλεφτές ματιές απέναντι….
Και σαν να μην έφταναν όλα, μας ήρθε κι ο προποτζής να μας «εκνευρίσει».

«Σκέφτομαι σοβαρά να πουλήσω το Stelvio»
«Γιατί; Δεν είσαι ευχαριστημένος;»
«Όχι, αλλά σκέφτομαι να το πουλήσω»
«Είσαι χαζός, αλλά έστω ότι το πουλάς. Τι θα πάρεις;»
«Μου αρέσει το Multistrada»
«Θα πουλήσεις το Stelvio που δε το έχεις βαρεθεί ούτε και το έχεις χορτάσει, για να αγοράσεις Multi με τα κοστολόγια AUDI κλπού;»
«Ναι»
«Είσαι maλάκας, αλλά εντάξει. Ρώτα και τον Πέτρο που το έχει κάνει βόλτα»

Και τον ρώτησε. Κι ο άλλος αντί να του πει, του έδειχνε τους διακόπτες….
Πάντα ευγενής, μην το κακοκαρδίσουμεν το … παιδί….
Τι να πει κανείς;
Έχεις κορυφαίο μοτόρι και σκέφτεσαι να πάρεις… «πολυμίξερ», επειδή τάχαμου έτσι και αλαλαγμού τ’ αλλιώς…. Έχει βέβαια όμορφη μπροστινή μορφή, ιδιαίτερα από το πλάι: Σα να βλέπεις καναρίνι. Κόκκινο. Και σε καλή μεριά προποτζή….

Το διάλλειμα συνέχιζε, η ανασυγκρότηση καλά κρατούσε.
Είδαμε κι από κοντά τον αναβάτη με το Busa. Λιτός κι απέριττος. Κρανάκι, μπουφανάκι, γαντάκι και καρτούλα…. Να τόνε βλέπουνε οι «ταξιδευτές» με τα πολυόργανα και τα πολυπροβολάκια, τις αλλαξιές με τα ειδικά αντιανεμοαδιάβροχοποιημένα ρουχαλάκια και, να λιποθυμάνε. Σιγά παιδιά, μια βόλτα κάνουμε. Τον χάρηκα το φίλο που ούτε το όνομά του δεν έμαθα, αλλά θυμάμαι ακόμα το «παίξιμο» από το ροζ polo του έξω από το παντελόνι την ώρα που μας πέρασε…! Μια βόλτα, που μπορεί να εμπεριέχει και «θυμό» και «φόβο», αλλά και την δύναμη να τα ξεπεράσεις και τα δυό, και την τρέλλα του Καββαδία να μη νιώθει τίποτα από τα δύο….

Αρχίσαμε τις ετοιμασίες για τη συνέχεια του ταξιδιού μας. Πρόβλημα με το Λάμπρο. Αμάν πια με αυτό το Bigουλα…. Όλο και κάτι θα βρει…. Τώρα, δεν έπαιρνε μπροστά. Να σπρώξω μπας;
Αραμπάς!
Πώς να πάρει το πορtέλo αφού έχει κύκλωμα προστασίας (Big condom το λέει η Suzuki –στα διάλα) και, δεν υπάρχει περίπτωση…. Ο Λάμπρος ψιλοαπογοητευμένος, αλλά σιιιιγά μη τον αφήναμε έτσι. Προσπαθήσαμε βέβαια σπρωχτά κανά τριάρι φορές μπας και…, αλλά, είπαμε Ιαπωνική αξιοπιστία. Τζίφος!
Τη λύση έδωσε ένας φίλος με GS (παλιό –γεια σου Bonneville), που είχε καλώδια. Τελικά, ο Ιάπων, «θέλει το Γερμανό του»…. Το Big έσκασε και πήρε μπρος (ξεπερνώντας και το «μπούκωμα»), Πανουργιάς και Λαμπρούκος συνέχισαν…. Καλό δρόμο παίδες, καλό δρόμο σκούπα, βουρ για Διακοφτό, Καλάβρυτα, Κλειτορία, «111», προς Τρίπολη και βλέπουμε. Μέχρι στιγμής είμαστε «ήσυχα»….

Όλα τα είχε αυτός ο δρόμος, οι κορίνες του λείπανε…, αλλά no worries, φτάσαμε στη διασταύρωση, κι αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς Καλάβρυτα. Κι εδώ τα πράσινα κύματα, διανθισμένα με χωματερές αποχρώσεις και βραχί μπαλώματα, κι άλλα διάσπαρτα κεραμιδί δέντρα, σκουριατί φυλλώματα που ξεπετάγονταν μέσα από πράσινα, με τον ουρανό καθαρό που «έσπαγε» από μερικά κάτασπρα φουσκωτά «προβατάκια» που αμέριμνα είχαν αφεθεί στο αέρινο ρεύμα να τα βολτάρει…. Κι από μακριά, το ατέλειωτο γαλάζιο των νερών της θάλασσας που είχε κάνει επιφανειακές άσπρες ανταύγειες και με τον ήλιο να φλασάρει πάνω τους…. Ήλιος. Το φαράγγι του Βουραϊκού. Οι ανεμογεννήτριες πάνω στο Παναχαϊκό. Αλλά και απέναντι. Χαχαχα, θυμήθηκα νοερά το σταθμό πάνω στα 562 μέτρα, το Τάγμα του Ψαρρού, τα λάθη και τα πάθη της Ρούμελης, τα Μαρτυρικά Χωριά, το πλήρες μαύρο της νύχτας…, άλλες καταστάσεις….
Και ανεβαίναμε. Κάποτε περάσαμε πιο μέσα σε πιο ορεινά τοπία, το Μέγα Σπήλαιο, οι ξενώνες.

«Πεινάω, κι όταν πεινάω, δεν λειτουργώ»
«Εντάξει Pin, στάση Καλάβρυτα, όλο και κάτι θα βρούμε να τσιμπήσουμε»
«Ναι»

Φτάσαμε. Και σταματήσαμε. Αλλά την ώρα που φτάσαμε μας «είχαν κρεμάσει τις κουτάλες», όμως βρήκαμε μοσχαρίσια μπριζόλα ντόπια, την οποία προτίμησε ο Pin.

«Πεντανόστιμη, μαλακή!»

Δεν έχω καμία αμφιβολία. Στην Αχαΐα είναι φορές (πολλές) που φημιζόμαστε για τα… «μοσχάρια» μας…. Δεν ξέρω αν με αντιλαβού….
Φάγαμε, να φεύγουμε, αλλά μια στιγμή:

«Ρε συ το ντουέτο»
«Ποιο;»
«Ο Μόδιστρος με τον Επίτροπο»
«Που είναι; Α, θα ψάχνουν το δρόμο για να φύγουν για…»

Μας είδαν κι αυτοί. Μιλήσαμε και φυσικά τα πειράγματα ‘δώσαν και πήραν. Ο Επίτροπος πάντα βιαστικός…. Γρήγορο check στη μικρούλα. Αποχαιρετιστήκαμε. Λίγο πιο κάτω στα δεξιά του δρόμου μια τριάδα. Θυμάμαι σίγουρα ότι ήταν ένα κόκκινο VFR, ένα Kenwoo… Strada, κι ένα Transalp (αν θυμάμαι καλά). Άγνωστοι εμείς, άγνωστοι κι αυτοί ε;
Ναι. Το τι γέλιο «έπεσε» στη μέση του δρόμου με τα λογοπαίγνια, θα έχουν να το λένε οι θαμώνες του παρακείμενου καφέ.
Κι όπως σου είπα, φίλε με το κόκκινο VFR, «ξέρω που το αράζεις»…. Α, ρε γειτονιά. Όπου κι αν πάω, όπου κι αν βρεθώ, πάντα κάτι θα σε θυμίζει….
Χωρίσαμε. Συνεχίσαμε προς Κλειτορία.
Ανάβαση προς το χιονοδρομικό, κάπου δίπλα μας κι ο μεγάλος Σταυρός, μάρτυρας κι αυτός του μαρτυρικού Ολοκαυτώματος. Κι αν κοιτάξεις τι ψηφίζει η περιοχή, μπορεί και να πάρεις κι άλλη μια ιδέα για τα… μοσχάρια που είπαμε πιο πάνω….

«Α! Να και τα παιδιά»
«Ναι, δείχνει το ρημάδι το κόκκινο VFR σαν πασχαλίτσα»

Σε κοινή πορεία. Το τοπίο με τ’ οροπέδιο ανάμεσα στα βουνά, η ηρεμία του τόπου, η «111», το κιτρινωπό φως του ήλιου που φιλτραριζότανε από τα πράσινα. Τα σπίτια, άλλα εγκαταλελειμμένα, άλλα κατοικήσιμα, οι άνθρωποι. Λιγότερο «βαρύ» και βλοσυρό το πράσινο, πιο πεδινό, πιο «κοσμικό»!
Πόσο όμορφος που είναι ο τόπος. Αυτό το ρημάδι «το μέτρον» των αρχαίων. Το μέτρον όχι μόνο ως διάρκεια, ως αλληλουχία, ως παρατήρηση «απ’ έξω» όλων των «μέσα». Ένα άσπρο Transit και κάμποσες δεκάδες μηχανές, να διέρχονται, σαν πετραδάκια που «αναταράσσουν» μια λεία επιφάνεια νερού, μια ανατάραξη όμως που δεν ανακατώνει, μια «εισβολή» που δεν εισβάλει αλλά έρχεται και γίνεται κι αυτή μέρος αυτής της επιφάνειας. Μια εικόνα που εμπλουτίζεται με επιμέρους προσωπικές φωτογραφίες…. Μια εικόνα που όσο κι αν είναι οι φωτογραφίες που λένε για τη στιγμή, είναι αυτή που έχει όλες τις στιγμές, όλες τις φωτογραφίες.
Μια εικόνα στην ψυχή, στο μυαλό, αυτό που από «αύριο», πάλι «ακατοίκητο» θα μοιάζει….
Και συνεχίζαμε προς Τρίπολη. Μικρός τόπος, διάσπαρτα σπίτια, διάσπαρτα χωριουδάκια, όλα με την ιστορία τους.
Και κάπου εκεί άρχισε ο Pin να μιλάει για το γενεαλογικό του δέντρο –από πού κρατάει η σκούφια του, ο παππούς…. Είπαμε, όσο διάσπαρτο μπορεί να είναι ένα χωριό, όσο «ξεχασμένο» να είναι ένα μέρος, έχει κι αυτό τη σημασία, την ιστορία του. Αρκαδία, Kωλοκοτρωναίϊκα χωριά, το απλωτό και ομαλό Μαίναλο, Τρίπολη, συνάντηση με το… «νονό του Έκτορα» -συνέχιζε κι αυτός…. Περίεργη ηρεμία….

MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12,_____,19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #4 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:37:32 πμ »
Ντριιιιν!
Αναγνωριστικό τηλεφώνημα. Καλά είμαστε, συνεχίζουμε. Θα πάμε από την παλιά. Εντάξει συνεχίζουμε, ΟΚ.

Ντριιιν! Ωχ! Πολύ κοντινά τα τηλέφωνα….
Ατύχημα. Τραυματίας αναβάτης. Πάνω στη ρότα μας…. Στενό (αν θυμάμαι καλά). Εντάξει στρατηγέ κινούμαστε προς τα εκεί.
Σαν φτάσαμε, ο τραυματίας είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο Τριπόλεως, πόδι, και χέρι ( ; ), τα διαδικαστικά είχαν τελειώσει, περιμέναμε την οδική. Το KTM (εδώ δεν έχει λογοπαίγνιο), άσχημα. Τα διαδικαστικά τα είχε φροντίσει όλα ο Αντώνης που λόγω επαγγέλματος ήξερε τα «πως», «τι», κλπ. Το επώνυμο παραλείπεται για ευνόητους λόγους. Επί τόπου και τα παιδιά με το μπλε ΧΧ, που και αυτοί είχαν τη στιγμή τους από χτες με το μηχανάκι δεξιά, όλο tire-up και ταινίες, αλλά συνέχιζαν και αυτοί.
Μια στιγμή, σαν πάμπολλες στιγμές στο δρόμο.
Αυτοκινητάκι που έκανε αναστροφή στο χωριό από το «καφενείο», «δε σε είδα», ευτυχώς λίγα τα χιλιόμετρα, αλλά το μηχανάκι σώβρακο. Όχι στα πλαστικά, όσο στα… «λαιμά» του. Γαmώ την ατυχία μου μέσα. Καινούριο μηχανάκι και να «πάρει ο λαιμός»…. Για ανταλλακτικά, κι ελπίζω να μην ταλαιπωρηθεί ο φίλος όταν θα έρθει η ώρα να αποζημιωθεί….
Λίγες κουβέντες με την Κάλια, που είχε κι αυτή τη στιγμούλα της με το Stelvio….
Είναι δύσκολο να συνεχίσεις όταν «διαλυθεί» η παρέα…, τα χέρια βαραίνουν και το κεφάλι μαζί, ο δρόμος σου φαίνεται «ξένος», δε θες να συνεχίσεις. Μουδιάζεις. Βαραίνεις. Περιέργως, είναι αποδεδειγμένο, πως αυτός που σου χάλασε την ψυχολογία, αυτός ο ίδιος θα σου τη φτιάξει. Ο δρόμος. Βεβαίως κάτω από άλλο πρίσμα, με τη σκέψη του «τι θα μπορούσε να έχει γίνει αν…». Ο δρόμος και μόνο αυτός. Είπαμε, η μοτοσυκλέτα δεν είναι παιχνιδάκι…. Κι ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται πολλή σκέψη. Καλά τα «γόνατα» και οι «τρακοσάρες», τα endo και οι σούζες, τα παντηλίκια και τα κοντρίδια, αλλά πίσω και πάνω από όλα αυτά (που τα έχεις κάνει και μπορεί να τα κάνεις ακόμα), υπάρχουν άλλα πιο ζόρικα, πιο «βαριά»…. Πράγματα που σε διαχωρίζουν από τους άλλους….
Αλλά ξέχασα: «Εσύ» δεν ξέρεις από τέτοια, γιατί «εσύ» είσαι νομοταγής και μοτσυκλετιστής…, όχι αληταράς, όπως ‘αυτοί οι…’».   
 
Κατέφτασε κι ο στρατηγός με τον προποτζή, δεν υπήρχε λόγος παραμονής, συνεχίζαμε προς Αχλαδόκαμπο, Ναύπλιο, Γαλατά, τον τερματισμό και γενικότερα….
Νύχτα πια. Μια περίεργη σιωπή επικρατούσε και ήταν το βουητό από το κεφάλι που προσπαθούσε υπερωρίες, να αρχίσει να επεξεργάζεται, όλα αυτά που είδε, που άκουσε, που βίωσε, που ένιωσε.
Τους μποφέδες που «έχασε» ενδεχομένως….

Περάσαμε και το θρυλικό Αχλαδόκαμπο κι έφερα στο νου φορτηγά να τον ανεβαίνουν, να τον κατεβαίνουν. Και τις ουρές….
Κατεβήκαμε πια στο επίπεδο της θάλασσας, το μύριζες, το έβλεπες, τα λαμπιόνια από τις παραθαλάσσιες «πολιτείες» μάρκαραν τις περιοχές τους. Ένας άλλος κόσμος, μια άλλη υπόθεση, ένας άλλος δρόμος.
Και η «σκούπα» στο σιωπηλό της έργο, στην –είθε- αχρείαστη αποστολή της….
 
«Τι έγινε, πως είσαι;»
«Θέλω να τελειώσει. Όχι για μένα, αλλά για τα παιδιά, εγώ αντέχω. Εσύ;»
«Καλά είμαι»

Ντριιιν. Τι έγινε πάλι;
Ο Δήμαρχος.
Είχε μια πτώση έξω από το Γαλατά, δε θυμάμαι, αλλά έπρεπε να γυρίσουμε προς τα πίσω, να τραβήξουμε, για να τους συναντήσουμε.

«Έλα ρε πoύστη μου, ο Τάσος;»
«Ε, ναι, αλλά θα είναι μαζί του κι ο Τσιπουράκιας, οπότε αν δεν είναι μεγάλη η τούμπα, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας»
«Παίρνω τηλέφωνο»
«Ναι»
«Έλα Τάσο! Τι γίνεται; Εντάξει;»

Το πρόλαβα και το είδα το βλέμμα του Pin που σπινθήρισε μόλις έκλεισε το τηλέφωνο. Το ένιωσα το βλέμμα στο γκάζωμα. Και το Transit όμως, άφησε τα «χασμουρητά» κι ορμήξαμε όλη η ομάδα με ρότα προς Θερμισία.
Θα υποβάλαμε τα σέβη μας στην πίστα της Επιδαύρου και θα μιλάγαμε πάλι με τον Τάσο, να δούμε αν και πως συνεχίζει και τι τελικά θα κάνει….
Κι δρόμος έξαφνα άνοιξε την αγκαλιά του να μας δεχτεί στο έργο μας. Στην αρχή υπήρχε λιγουλάκι εμπόδιο, αλλά μετά κι αφού πήραμε το κατόπι ένα μαύρο Skoda Fabia, όλα ξεκαθάρισαν. Ο Skodas φαινότανε, τον ήξερε το δρόμο, την ήξερε την πουτάνa την Επίδαυρο, την «πήγαινε»…. Και πίσω του μια… «σκούπα». Αφού μας πήγε, έβγαλε φλας και έστριψε.

Μπιπ, μπιπ!
Κι αν δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ, δεν θα καταλάβεις ποτέ!

«Τάσο τι γίνεται;»

Συνέχιζε. Θα συνέχιζε. Θα το τερμάτιζε. Θα πήγαινε στην Πάχη. Το ήθελε.   
Δώσαμε κάπου ραντεβού πάνω στο δρόμο –πριν τη Θερμησία τελικά αφού και αυτοί είχαν αρχίσει να έρχονται προς εμάς. Ραντεβού στη μέση του δρόμου να τους συναντήσουμε προκειμένου να δούμε, αν θα μεταφέρουμε τη μοτοσυκλέτα και … τον υψηλό «προσκεκλημένο»….. Φτάσαμε σ’ ένα άπλωμα, μανουβράραμε, σταθήκαμε στην άκρη και περιμέναμε. Ο Pin μέσα, εγώ έξω. Σε λίγο φάνηκαν φώτα, δεν ήταν αυτοί αλλά ήταν «δικοί μας» που ανέβαιναν. Δυό κουβέντες, συνέχισαν. Πάλι.
Μέσα στο σκοτάδι, στη νυχτερινή ησυχία, εκεί  που «θα σας περιμένουμε και θα δούμε τι θα γίνει», ακούστηκε το μπουμπουνητό από το V7 του Τσιπουράκια. 
Σόρρυ κουκλίτσες μου ‘νομο…τραφείς’, αλλά το μηχανάκι θέλει να μπορεί όχι μόνο να εισπνέει, αλλά και να εκπνέει καλά. Κι ελεύθερα…. Ξέρω και κάποια άλλα «μηχανάκια» που θα έπρεπε να μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα, ελπίζω να αντιλαβού….

Τους έχω παρατηρήσει. Ταιριάξανε μοτοσυκλετιστικά και όπου τους «πετυχαίνω», βολτάρουν μαζί. Ο Δήμαρχος κι ο Τσιπουράκιας…. Σαν τους Διόσκουρους….
Κάτι σαν το γέρο-λύκο που «περνάει» τις γνώσεις του στον νεώτερο. Όμορφο ζευγάρι, μικρό –όχι πολλοί «να μας τα σκοτίζουνε», επικεντρωμένο σε αυτά έχει βάλει σκοπό να πραγματοποιήσει. Τεράστια η φωτογραφία με το Δήμαρχο να προηγείται του Τσιπουράκια, μόνοι τους, σε κάποιο διάσελο.
Μαζί λοιπόν τη μέρα, μαζί τη νύχτα. Ομάδα. Ακόμα και, ίσως περισσότερο τώρα -άλλωστε οι ομάδες στα δύσκολα φαίνονται, με την ατυχία του Δήμαρχου. Που ακόμα κι εκεί, θες από πείσμα, θες από αδρεναλίνη, θες από εγωισμό, θες γιατί η τούμπα –ευτυχώς- δεν ήταν πολύ μεγάλη (λίγα θλαστικά και κάτι ραγισμένα πλευρά…), αποφάσισε να συνεχίσει. Να τερματίσει.
Πηγαίνανε λοιπόν μπροστά ο αποφασισμένος τραυματίας, πίσω του το… πουλέν!
Λίγα τα λόγια στη μέση του δρόμου –μόνοι μας είμαστε, αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να «πεταχτεί», ποτέ δεν ξέρεις, κι άμα αρχίσει να κρυώνει κι ο … τούμπος….

«Πως πας Τάσο, αντέχεις;»
«Εντάξει, πονάω λίγο, αλλά αντέχω. Θα συνεχίσω.»
«Οκ, φεύγετε κι εμείς ακολουθάμε.»

Κι έτσι πήγαμε μέχρι την Πάχη.
Και καθόλου σιγά. Καθόλου πονεμένα. Περήφανα κι όμορφα.
Σαν σμήνος σε παράταξη. Ο Δήμαρχος μπροστά με τον «wing-man» του λίγο πιο πίσω κι ακόμα λίγο πιο πίσω το υποστηρικτικό!
Ο αητός μπροστά και πίσω το αητόπουλο!
Ο πόνος, θα έβρισκε την ώρα του. Δεν είχε έρθει αυτή ακόμα! Τώρα υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. Και μέχρι τον τερματισμό. Χαρούμενοι στο τέρμα, όπου ο Δήμαρχος θα έφευγε για το… Δημαρχείο, ενώ ο … άλλος, θα πήγαινε στην… πεθερούλα του…. Α, ρε Δημητράκη…, από Τσιπουράκιας, Γαμβρός….
Κορόιδο είναι; Μέχρι το «στεφάνι», όλες αι πεθεραί λατρεύουν το γαμπρούλι τους…. Κατόπιν έρχονται αι ταφόπλακαι μικρέ μου….

Είναι πια νύχτα, όλα έχουν τελειώσει, μα το 36άωρο είναι ακόμα εδώ στη γραμμή του τερματισμού. Στην φουσκωτή αψίδα. Περιμένουμε όσους να τερματίσουν. Αργούν. Μάλλον να μαζέψουμε την αψίδα. Λάθος. Η αψίδα δεν έπρεπε να μαζευτεί. Αυτοί οι όσοι λίγοι που είναι εκεί έξω, θέλουν να τερματίσουν. Πρέπει να έχουν κάτι να θυμούνται. Κι άξαφνα από το πουθενά, ένα «πνιχτό» γουργουρητό, εκεί κατά τις 01.50…, λες; Ναι ρε πούστη. Η μικρούλα με το Μόδιστρο. Τα κατάφεραν, αλλά δεν έχουμε αψίδα.
Και μετά από λίγο πιο πολλοί: Οι Τσάκωνες! Ναι, ρε, αλλά δεν έχουμε αψίδα. Φωτογραφίες της ομάδας με απώλεια της τελευταίας στιγμής ένα φωτογραφικό ( ; ) καπάκι….
Δεν ήταν σωστό που μαζέψαμε την αψίδα.
Η κούραση. Ναι υπήρχε.
Επιστροφή στο σπίτι. Ναι υπήρχε.
Στο σπίτι και κουρασμένοι όμως γυρίσανε και οι Τσάκωνες, αν θυμάμαι καλά κάποιοι, στην Τσακωνιά.
Τους ξαναείδα στη βράβευση. Τους ξαναείπα ότι τους είπα και τη νύχτα που έφτασαν.
Εξακολουθούσαν να μην έχουν βρει το καπάκι….

Και κάτι ακόμα. Πρόβλημα. Μα κι εδώ ακόμα «σκούπα»;; Μετά από τόσες ώρες τώρα βρήκε το «φορτηγό» του JCB να μην παίρνει μπροστά;;; Εντάξει, όμως, υπήρχε δύναμη. Στη μικρή προβλήτα Μόδιστρος, Pin να σπρώχνουν τη Breva να πάρει μπροστά αφού «δεν» με το φυσιολογικό τρόπο. Μία, δύο προσπάθειες, τζίφος. Και να κάνουμενες αυτό και να δοκιμάσουμενες το άλλο, ΑΜΑΝ πια. Δεν μπορούσα να φάω το σαντουϊτσάκι μου. Και ξαναμανά εκείνο και μου το κάνει καιρό και πρέπει και πρέπει και πρέπει και είμαστε και κουρασμένοι.
Ήμαρτον, που λέει κι ο Γεωργίου. Νεύρα, Εκδίκηση!
Αργά, τοποθέτησα το σαντουϊτσάκι στο πιατέλο και κατευθύνθηκα προς τα παιδιά.
Να δούνε τι θα κάνουνε, μπλα, μπλα, μπλα….

«Διαμαντή, άσε μου το μηχανάκι, τελείως.»
«Τι θες να κάνεις;»
«ΑΣΕ ΜΟΥ ΤΟ ΜΗΧΑΝΑΚΙ τελείως και φύγε».
Τι να κάνει, μου άφησε τη Breva, διστακτικά, αλλά κοντά μου μη μου φύγει, ή μη μου πέσει ή μη τη ρίξω στο νερό….
«Διαμαντή άσε μου το μηχανάκι και φύγε από κοντά μου. Κι αν θες βγάλε και το χρηματοκιβώτιο (top-case)»
«…»

Μανουβράρισα, την ανέβασα σπρωχτή στο άπλωμα μακριά από την προβλήτα –γαμημ3νο χρηματοκιβώτιο μου χαλάς την ισορροπία- οι άλλοι να έχουν βάλει τα ψιλογέλια, ο Διαμαντής να με ακολουθάει, λίγο πιο ήσυχος, πάντα όμως με κάποια επιφύλαξη.
Φτάσαμε στο ίσωμα κι εκεί μου είπε το μυστικό.

«Για να πάρει πρέπει να «τρέξει» με 18 χλμ…»
Και σκέφτηκα…. Άσε μη το πω.

«Ανέβα πάνω»

Αμίλητος υπάκουσε (αυτό για JCB είναι από τα’ Άγραφα).
Άρχισα να σπρώχνω (γαμμημένο χρηματοκιβώτιο, γαμημμένο χρηματοκιβώτιο)….
Σηκώθηκε, κι άλλο λίγο σπρώξιμο.
Τον άφησα.
Προσγειώθηκε και, ΠΑΦ! Μπρ, μπρ, ντουπ, ντουπ ,ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ….
Η Breva πήρε μπροστά, εγώ έβαλα τα γέλια κι «έριξα» κάμποσα γαλλικά (ε, ναι), οι άλλοι που τα ακούγανε διπλωθήκανε στα γέλια, ο Διαμαντής θα πήγαινε σπίτι του, το σαντουϊτσάκι περίμενε, κι ο Μόδιστρος παρήγγειλε κι άλλο….
Εντάξει, βάλε λάδια αυτά που θες. Αλλά φτιάξε τη ρημάδα τη μίζα, πάρε και μια μπαταρία έστω «από τις προσφορές». Αμάν πια.
Και βγάλε και το ρημάδι το χρηματοκιβώτιο….
Μετά από λίγο, χωρίσαμε. Ο Μόδιστρος πήγε για το σπίτι. Η Λυσιστράτη θα κοιμότανε πια, αν και περίμενε να τον δει στον τερματισμό…. Ο Διαμαντής ξεκίνησε για το σπίτι του και τελευταίοι οι … Σκουπαίοι.
Θα περνάγαμε πρώτα από τη λέσχη, να αφήσουμε κάμποσα, δε νυστάζω.
Κοίτα να δεις ρε παιδί μου η λέσχη….
20 χρόνια λέσχης. Και για πριν.
19 χρόνια 36άωρο. Άρρηκτα συνδεδεμένοι. Αλλά και όχι. Τι ιστορίες να πεις; Τι μελλοντικό να πλέξεις;; Ιστορίες που δεν έχουν κανενός είδους «τεκμήριο» ή αποδεικτικά. Στα Guzzi έχουμε μόνο προσωπικές ιστορίες που δεν έχουν ντε και καλά «τεκμηρίωση», άλλωστε η αγορά Guzzi είναι από μόνη της ολίγον τρελή. Πολύ, αλλά δεν το λέμε. Το κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, αν με εννοάτε. Το πάμε βάσει καταστατικού, αν με καταλαβού.
Μόνο προσωπικές πορείες, που στον άλλο μπορεί και να μη λένε τίποτα. Άραγε σαν τελειώσει το 36άωρο, θα τελειώσει και η λέσχη;; Κι αν άλλαζε;;
Ναι στο καινούριο, αλλά να το κάνει μόνη της, όχι αποκομμένη αλλά, όπως μόνη «έγινε», μόνη προχώρησε και μόνη, αυτάρκης, στέκεται. Άλλοι έχουν έρθει και έχουν πάρει, κάποτε και αρπάξει…. Γιατί τα πολιτισμένα μεταξυλεσχιακά κορδελάκια καλά είναι για τις συστάσεις και τα πολιτιστικά «να φαινόμαστε κοινωνικοί», παράγοντες και mαλακίες. Κύρος και status και τέτοια ομοσπονδιακοδιαβρωτικά. Δε θυμάμαι να ήρθε κανείς, με κύρος, να προστρέξει τη λεσχούλα στην πορεία της στα δύσκολά της –που είχε, κι ακόμα, τα γεγονότα παραμένουν. Στα Guzzi είμαστε πολύ μικρή μειονότητα –κι ας λένε άλλα και, μόνοι μας τραβάμε το φορτίο μας. Καλές είναι οι mingling σχεσούλες, ομοσποδιούλας κέτσαπ, αλλά στο «σπίτι» είμαστε μόνοι μας.   
Και δεν είμαστε κανενός «πιόνι», ή εργολάβοι. Δεν χρειάζεται να «προστρέχουμε». Μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί να ηχεί «συντηριτικοσκοταδιστικέ», δεν είναι όμως. Δεν θα «στηθεί» στη σκιά κανενός η λεσχούλα. Αυτή η λεσχούλα που σιγούλια-σιγούλια τα κατάφερε…. Όχι φίλε μου, γιατί δεν είδα κανένα από τους επαγγελματίες-στελεχάρες-motopersones να στέκονται ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ στη λεσχούλα. Τώρα που μεγάλωσε (και «πάχυνε» κι έχει «ψωμάκι», εμπειρία, φήμη και γνώση), τσουπ! Νάτα τα φιλαράκια, νάτες και οι γλυκουλίνες. Στα Guzzi έχουμε βαλβολίνες κουκλίτσες μου. Γλυκουλίνες, να ψάξετε στους ομοίους σας.
Στη λέσχη που για να χαρούν κάμποσοι, πρέπει κάποιοι άλλοι να φάνε σκατά. Σου φαίνεται κάπως too much; Μπορεί. Αλλά έχεις ρωτήσει –όχι απλά αναρωτηθεί, ΡΩΤΗΣΕΙ αυτούς που «τρέχουν» τι αντιμετωπίζουν;; Ακόμα θυμάμαι κάπου το στρατηγό να μιλάει για το «βάρος της οργάνωσης», αλλά και του να «τρέξει» καλά ότι έχουν οργανώσει…. Κι άμα γυρίσει καμιά κιουρία και μου αντιτείνει πως «έλα μωρέ σιγά, την πλάκα μας να κάνουμε», θα του πω 2 πραγματάκια απλά: 1) Η πλάκα είναι πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση, όπως έλεγε και κάποιος και 2) πως για να κάνεις την πλακίτσα σου «εσύ», κάποιος άλλος έχει χάσει τον ύπνο του, έχει λογοφέρει με το φίλο του, έχει νεύρα, έχει παραγκωνίσει τα παιδιά του, κλπού. Γι’ αυτό λίγο σεβασμός στην προσπάθεια του άλλου. Και κοίτα, ω τιμούμενο και για χάρη σου πολύ χαϊδευούμενο απουσιάζων μέλος, να εμφανίζεσαι συχνότερα κι όχι μόνο στις ετήσιες…. Κοίτα «όχι τι θα σου προσφέρει η λέσχη, αλλά τι θα προσφέρεις εσύ στη λέσχη». Πρότεινε, κι ας μην πραγματοποιηθεί η σκέψη σου…. 
Αλλά κι εσύ σήκωσε το τηλέφωνο και ζήτα μια ρημάδα βοήθεια, κι ας μην είναι τόσο «άριστη». Εκεί είσαι για να ελέγχεις. Και να διαλέγεις συνεργάτες. Τι διάolο; Μάθημα management θα σου κάνω;; Όπως μου εμπιστεύθηκες το σωστό road-book και μου τόνισες «πρόσεχε», δε μπορεί, θα υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι να σε βοηθήσουνε. Σήκωσε το ρημάδι το τηλέφωνο….   
Στη λέσχη, στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο, στη λέσχη που στο δρόμο, που δεν έχουμε χρησιμοποιήσει όσο θα έπρεπε και που πολλές φορές ξέχασε με την πρόφαση του μοντερνισμού και των «μεταγραφών», όλα αυτά που την έφτιαξαν. Τα βασικά που, υποτίθεται, ανήκουν σε άλλες μοτοσυκλετιστικές εποχές, κι έτσι, «τεχνηέντως» μπήκαν στο παρασκήνιο. Τα βασικά που τώρα έχουμε αρχίσει να τα αναπολούμε….
Τη λέσχη που είχε πάντα περίσσεια συμμετοχής. Εθελοντής. Στρατιωτάκι. Τώρα;
Κάπως αργούλια το θυμηθήκαμε –κάποιοι- αυτό…. Και τα «στρατιωτάκια» έχουν πια χαθεί….
Όχι «υπηρετριούλες» και «υπηρετώ». Όταν «υπηρετείς» πάει να ‘πει ότι το κάνεις επειδή σε υποχρεώνουν, όχι επειδή γουστάρεις και θες να την «πεις» σε όσους σου λέγανε ότι, «μπα, δεν γίνεται»…. Φανατίκλες του σκοπού τους που γουστάρουν.   
Οπότε, αν νιώθεις «υπηρέτρια» αφού «υπηρετείς», φόρα την στολίτσα σου κι άσε τα εύθιχτα, μην έχεις κι εδώ την επιταγή του Μπατατούδη (αυτός ήτανε το πουλητάρι;; ) στο μυαλό σου. Είσαι της «4» φίλε μου. Και η «4» υπηρετριούλες δεν έχει. Αν με εννοάς….
Κι επειδή όλο ακούω για κειό το ρημάδι το πουλί, ανοίχτε και καμιά ορνιθολογία…. Ο αητός είναι κατά βάση μοναχικό πουλί. Κι έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του η ώρα που αλλάζει. Και ή που θα αλλάξει –παραμένοντας αητός όμως, ή που θα χαθεί, θα σβήσει, θα πεθάνει. Κάμποσοι πάνε και κρύβονται σε σπηλιές κι αλλάζουν και ράμφος και πούπουλα, κι επανέρχονται brand new στην «κυκλοφορία». Κάμποσοι άλλοι, δεν το αντέχουν αυτό και απλά χάνονται….
Κι αν συνεχίσει να προφασίζεται «μοντερνισμούς», θα κάνει κι άλλες μαλακιουλίτσες και θα τις λουστεί.  Και «φοβάμαι»…. 

Τελειώσαμε με τα πράγματα, κλειδώσαμε την πόρτα.
Ούτε ξέρω τι ώρα είναι πια, δε νυστάζω. Δε με νοιάζει. Στο δρόμο για το σπίτι, δεν πρέπει να είπαμε πολλά. Δεν είπαμε πολλά και μόλις φτάσαμε. Pin να σου πω ευχαριστώ που με ανέχτηκες. Ελπίζω να πέρασες καλά και να έβγαλες συμπέρασμα για το test-drive που έκανες… moυνάκι! Καλά να είμαστε. Και που ’σαι: Θα σου κρύβω μια ζωή τον καθρέφτη. Να μάθεις να μη στριμώχνεσαι….
Η καληνύχτα σύντομη, ψίθυριστή σχεδόν, σα να μην ελέχθη.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 12, 2016, 05:52:32 πμ από I. t. A »
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12,_____,19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #5 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:41:01 πμ »
Και κάπου εκεί ή και από πριν, αρχίζεις να εξέρχεσαι τελείως του εαυτού σου. Αρχίζεις να παρατηρείς εσένα έξω από σένα.
Κάπου εκεί κατάλαβα τι άλλο είναι το 36άωρο. 
Αυτός ο μικρός θεσμός, μπροστά στη ζωή, αυτή η μικρή βόλτα μέσα στην αγκαλιά του  φιλόξενου –at times, κι ατελείωτου –definitely, οικοδεσπότη δρόμου. Αυτή η εκδήλωση που έχει γίνει αποδεκτή από τον κόσμο. Που έχει «ακούσει»…. Αυτό που αποκαλείται –και δικαίως- η μεγαλύτερη και κορυφαία μοτοεκδήλωση της χώρας μας.

Το ωμό, ξηροκάμπανο σαν από DucAudi, και δοσμένο απλόχερα στα μούτρα, στη σκέψη, στην κοιλιά, στη λογική ΣΟΥ (αν υπάρχει, ή αν θες να την αποδεχτείς -γιατί πολλές φορές αποφεύγεις να παραδεχτείς αυτό που ξέρεις, απλά κοτεύεις και σφυρίζεις αδιάφορα, αλλά καθόλου αδιάφΘορα), ρόχαλο της Πατρίδας μας. Ένα χαστούκι.
Ακριβώς. Ένα φτύσιμο κι ένα ράπισμα –δωρεάν (ακόμα) κε Αλεξιάδη μου, σε όλους μας για το πώς έχουμε αφήσει να γίνει η ζωή μας. Ή μας την κάνανε. Ή ακόμα καλύτερα, πιο αληθινά, πως αφήσαμε να μας την κάνουνε. Γιατί αφήσαμε. Γιατί νομίσαμε. Γιατί κάναμε πως δεν βλέπουμε, ίσως επειδή υπήρχε κάποιο … «ρεγάλο», κάποια θεσούλα, κάποια αβάντα, κάποιο πακετάκι. 
Το φτύμα της Πατρίδας μας, ως τόπος, ως χώρος, στη ζωή που κάνεις, που κάνουμε.
Η υπενθύμισή της ότι υπάρχει, ότι είναι εκεί έξω, ότι σε περιμένει πάντα να σε φιλοξενήσει, να σου θυμίσει, να σου δείξει πόσο μικρός κι ασήμαντος είσαι, κι ας περνιέσαι για «κάποιος».
Να σου θυμίσει πως είναι η ζωή. Η πραγματική. Πως είναι να ζεις κι όχι να υπάρχεις μέσα στο ασαφές καθημερινό σου μαγκανοπήγαδο, στη βολή, την πουλημένη σου μέρα με τα ψέματα, τα «έλα μωρέ», τις εκπτώσεις σου. Εκεί που ισορροπείς για να είσαι αποδεκτός, προσφιλής, οικείος, κοινωνικός. Σε μια κοινωνία που φτιασιδωμένη, φαίνεται να τα αποδέχεται αυτά για να κρύψει κι αυτή πίσω από «προβολείς», την κακόγουστη κι αποτρόπαια γύμνια της…. Την ψυχική της πορνεία….
Εδώ «έξω» δεν υπάρχουν τέτοια. Εδώ, στα υποτίθεται πρωτόγονα και μακρινά από την ψεύτικη γυαλάδα του υποτιθέμενου πολιτισμού των Τέραςbyte, όλα είναι καθαρά. Αυτά τα «όλα» που πάντα είναι, ήταν και θα έπρεπε να είναι καθαρά, αλλά βρέθηκε ο αδηφάγος «σοφός άνθρωπος» και τα έκανε –μετά από κάποια στιγμή- μπαχαλομπουρδελιασιόν.
Εδώ, που σαν όστρακο η γη κι ο ουρανός ανοίγουν για να έρθεις και να γίνεις κι εσύ ένα με το διαμάντι (που μην ξεχνάς από κάρβουνο ξεκίνησε), δεν έχει ρυθμίστε τις αποκλίσεις, ή μου έφυγε το pitch και τέτοιες πίπες. Ούτε διάφορες χαρούλες σε φίλους για να πάρουν κυπελάκια, πρωτειούλες και μεταξωτές κορδέλες με χρονόμετρα και διάφορα «στεγανά» που μπάζουν. Εδώ άμα θες επαγγελματισμό και σοβαρότητα, θα παίξεις ίσα, δε θα κάνεις χαρούλες. Εδώ στην απέριττη με μέτρο δοσμένη και περίτεχνα «πλεγμένη» κοσμημάτων ανώτερη γη, απαιτείται σεβασμός. Εδώ δεν βάζεις εσύ τους κανόνες –για να τους παραβιάσεις. Εδώ τους ακολουθείς, κι αντιλαμβάνεσαι το πραγματικό σου μέγεθος.
Κι αν το «παίξεις» μάγκας, δάγκα μου, κάποια στιγμή θα λάβεις την «κρυάδα»…. 
Στα δικά σου πολλάκις κατουρημένα χωρικά ύδατα, βαυκαλίσου ότι «είσαι κυρίαρχος». 
Εδώ καταλαβαίνεις πως όσες κι αν κρυφές «καμπές» αμφίβολου κάμπερ προφασίζεσαι, όσες κι αν ύποπτες καμπύλες διαγράφεις, είναι οι ευθείες που σηματοδοτούν την πορεία σου, τη ζωή σου.
Γιατί αν το κοιτάξεις, ακόμα και οι καμπύλες, ακόμα και οι καμπές, αθροίσματα πολλών ευθειών είναι, απλά θέλεις να λες ότι πρέπει να έχεις εναλλακτικές προσεγγίσεις, μιας και οι ευθείες πολλές φορές προκαλούν εντάσεις…. Κι έτσι τις ξεχνάς, τις πουλάς. Τις αγνοείς…. Είναι γνωστό άλλωστε πως οι καλύτερες πόζες κρύβονται στις καμπές, στα «κορδελάκια». Όχι εδώ. Εδώ οι υπάρχουσες καμπές (που δεν είναι κοινωνικές «ασκήσεις»), ενώνουν ευθείες. Εδώ θα πελεκήσεις κάθετα τις πέτρες για να μπορέσουν να …συναρμογηθούν με τέτοιο τρόπο που θα φτιάξουν ένα τοξωτό γεφύρι, που θα βλέπεις από μακρυά.…
Εδώ στα «έξω», όσο μορφοκλασματικός κι αν «είσαι», θα βρεις απάντηση στην ερώτηση του στρατηγού –την ετήσια απορία του: «Πόσο μήκος έχει ένα συναίσθημα; Τι διάσταση έχει μια ανάποδη κλίση; Πόσες ανάσες μετρούν ένα χαμόγελο; Πόσο ζυγίζει ο αέρας της άνοιξης;»
Όσο χρειάζεται και απαιτεί  η συνθήκη του να «Είσαι κανονικός άνθρωπος. Γραμμικότατος. Μετρημένος, ζυγισμένος, περιοδικός. Αλλά μια φορά το χρόνο βυθίζεσαι στο άρρητο της μη γραμμικότητας… Λογάριθμος του 4 δια λογάριθμο του 3… Μορφοκλασματικός... με όλα τα δεκαδικά παρακαλώ…». Όσο βάρος έχει αυτή η μεταστροφή, που ιδέα δεν έχω τι σημαίνει, μα νιώθω τι πάει να πει, κι όσο κόπο μετά ρίχνεις για να ξαναγίνεις «γραμμικός». Στις γραμμές των άλλων, σε γραμμές που τις περισσότερες φορές σου επιβάλουν κάποιοι άλλοι, κι όχι η μη γραμμικότητα. Οι υποχρεώσεις. Γιατί όσο πιο γραμμικός κι αν είσαι, τόσο πιο ξεκάθαρα μπορείς να δεις την αξία της μη γραμμικότητας…. Την ομορφιά. Την προσπάθεια, να «στριμώξεις λίγη «μη γραμμικότητα» μέσα στις τάξεις της «γραμμικότητας». Την τάξη που ακόμα και αυτή η άτακτη –φαινομενικά- φύση προάγει κι εκτιμά. Την αταξία που κάνει μια φύση, μια γη, μια ζωή τόσο τακτική….

Κι ακόμα. 

Εκεί έξω, με μια μηχανή, αν πας άπλυτος, ασιδέρωτος, με τα ρούχα σου σκισμένα, τις πληγές σου να αναβλύζουν πύον για το ποιόν σου, αν σταθείς ειλικρινής (όσο περισσότερο μπορείς), με όλα σου τα κρίματα, με όλα σου «μνήματα», αυτό το ίδιο το φτύμα –αυτή η ίδια απαξιωτική κραυγή της μάνας γης για το κατάντημά «σου», της ξερολιθιάς το πύρωμα κι ο χτύπος, του Μπάρου η βουή, το γρύλισμα του μικρούλη Έκτωρα, το χλιμίντρισμα από τα αλόγατα που τρέχουν λέφτερα στην πλαγιά, το στωικό βλέμμα από το γαϊδουράκι, η από-το-πουθενά κουβέντα με τον εκεί κόσμο, ένα μυρωδάτο τριαντάφυλλο που σου προσφέρανε, μπορεί να σου απαλύνει λίγο (ή περισσότερο) τον πόνο. Να γίνει από χαστούκι, χάδι. Να σου δώσει λίγο κουράγιο για όταν θα πρέπει να επιστρέψεις πίσω σε αυτό που θεωρείς ζωή. Σε αυτά που θεωρείς υποχρεώσεις, ενώ είναι απλά ενός είδους μεταλλαγμένη «ύπαρξη». Κι ας βαυκαλίζεσαι ότι περνάς καλά, πως έχεις λεφτά, έχεις δουλειά, έχεις γκόμενα να γαμάs ή γκόμενες να παρτουζώνεις ή γκόμενους να σε πηδάνε, κι ας έχεις δυνατότητα να εξοφλείς τα χρέη σου (μόνο για να δημιουργήσεις άλλα –που ποτέ δε θα καταλάβεις αν ήταν/είναι, πραγματικά αναγκαία), έχεις, έχεις, έχεις, έχεις ρε μπάσταρδε, έχεις μωρή παξιμαδοκλέφτρα, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ.
Πουθενά.
Στο for rent domain σου, όπου καλύπτεις με το τι έχεις, αυτό που κρύβεις: ότι ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ. Ένα τίποτα, μέσα σε έναν «κόσμο» που κι αυτός είναι τίποτα έτσι όπως διάγει τον βίον του, τίποτα κι εσύ μέσα στο τίποτα των άλλων. Ένα τιποτένιο και πουλημένο για ελάχιστα –αν το δεις τελικά και το μετρήσεις αυστηρά- τίποτα. Που απλά διαιωνίζει το τίποτα που του παρέδωσαν και δεν προσπαθεί ή έχει σταματήσει να προσπαθεί να φτιάξει λίγο. Να αφήσει κάτι άλλο για τους επόμενους. Να μην τους «χρεώσει», όπως τον χρέωσαν. Να δώσει λίγο από το φως το τόπου μας για τους επερχόμενους. Εκεί που ακόμα κι αν προσπαθήσεις να ξεφύγεις, θα έρθουν τα άλλα τίποτα, να σε λιώσουν. Στη γεμάτη αλαλαγμούς «ζωή» του τίποτα, που, όμως, δεν θέλει στην πραγματικότητα να αλλάξει, γιατί –απλά- βολεύει να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν.
Δε θες φίλε μου. Ίσως γιατί, για να πετύχει αυτό το εγχείρημα, αυτό που πρέπει να αλλάξει πρώτα, αυτό που πρέπει να αλλάξεις πρώτα, είναι … ΕΣΥ. Αυτή τη συθέμελη αλλαγή στο management, αν θυμάμαι καλά, re-engineering τη λέγαμε.
Ένα τίποτα που καυχιέται ότι είναι τα πάντα. Και φέρεται ωσάν να’ ναι τα πάντα, σε ότι είναι τα πάντα. Στη γη, στην πατρίδα, στους άλλους ανθρώπους. Ένα μικροοικονομικό τίποτα που μαζί με άλλα μακροοικονομικά τίποτα, θαρρούν ότι κάτι είναι….

Δεν έχω να σε πείσω για τίποτα, ούτε καν με επιχειρήματα, άλλωστε δε σε νοιάζει κιόλας (Αλέξανδρος Ιόλας), αφού δεν έχω ούτε τη γνώση, μήτε την πειθώ.
Το τι θα «κάνεις» είναι δικό σου θέμα καλέ μου φίλε. Τη θυμάσαι την αντωνυμία «εγώ»; Αυτή τη λεξούλα που πάρα πολλές φορές δέχεται κριτικές για δήθεν εγωισμό και τέτοια;; Λοιπόν, όπλο είναι. Και τα όπλα από μόνα τους δεν είναι τίποτα, όπως και σχεδόν όλα τα «πράγματα», όπως όλα…. Ο χρήστης κι ο διαχειριστής είναι που κάνουν κάτι καλό ή κακό…. Λοιπόν, κοίτα τι θα κάνεις εσύ. Ο «εγώ» του εσένα. Όχι το «εγώ» σου.
Είναι κάτι σαν τις κηδείες. Νομίζεις ότι στις κηδείες τιμάς με την παρουσία σου το νεκρό;; Πόσο λάθος έχεις. Ο νεκρός δεν σου ανήκει για να τον τιμήσεις. Ο νεκρός δεν ανήκει πια καν, στον εδώ κόσμο «σου». Αναχώρησε. Στις κηδείες, τιμάς εσένα, τον εαυτό σου σε σχέση με τον αναχωρήσαντα. Εσένα τιμάς. Εσύ πράττεις.
Κάτι σαν τον πόνο. Του άλλου, μπορεί για σένα να είναι… αστείο….
Είναι όμως η ικανότητα του να πονάς. Να έχεις πονέσει και, κύρια, να μην ξεχνάς τον πόνο κι ότι κουσούρι σου άφησε και ζεις μαζί του, είναι το φορτίο σου, αυτό που σε κάνει να καταλαβαίνεις. Και είναι και η θέλησή σου να ακούσεις τον πόνο του άλλου ακριβώς γιατί ξέρεις –κι όχι να φύγεις, να τον καταλάβεις, να τον νιώσεις να κυλίσει στις φλέβες σου, να νιώσεις το δηλητήριο του άλλου, να πιείς και λίγο (πάντα πίνεις λίγο –αποκτάς και αντισώματα), έστω κι αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι, να δώσεις μια γλυκιά κουβέντα –άσχετα αν ο άλλος θα το καταλάβει. Εσύ τι κάνεις. Εσύ μπορείς να μείνεις «όρθιος» έστω κι αν όλα γύρω φωνάζουν «φύγε»;; Όταν η κερδοφόρος και «ο-χρόνος-μου-είναι-πολύτιμος» λογική σου απαιτεί να επιταχύνεις; Εκεί, μπορείς να «πατήσεις φρένο»; Θες; Εσένα πονάς. Εσύ πράττεις.

Ο Al, δε θέλω περιττές ερωτήσεις «ποιος Al», έχει πει (αλλά θα παραφράσουμε κι ολίγον), σε μια ταινία που πρωταγωνιστούσε, πως «πεθαίνεις δύο φορές. Η πρώτη, όταν σε θάβουν. Η δεύτερη και οριστική, όταν πεθάνει κι ο τελευταίος που ξέρει κι αφηγείται την ιστορία σου». Κατάλαβες τώρα γιατί μπορεί μέσα από μια αφήγηση, μια θύμηση, ένα χαμόγελο ή ένα δάκρυ –αυτά τα δυο πάνε μαζί ξέρεις…, να «μείνεις» αθάνατος…. 
Να θυμάσαι τι έκανες, που πήγες, που περπάτησες, πως, με ποιους (όχι υποχρεωτικό, μπορεί και μόνος –για κάποιους καλύτερα…), τι είδες. Αν οίδες….
Τι άκουσες….
Αν.
Ή τι σε βολεύει/εξυπηρετεί ν’ ακούσεις….
Κι αν μπήκες στον κόπο να μάθεις κάτι, από αυτά που οι αισθήσεις σου, σού «έδειξαν»….
Είπαμε οι φρουτόκρεμες και τα μασημένα έχουν από καιρό τελειώσει. Αν θες πάρε ότι –αν υπάρχει, που μπορεί να βρήκες, κάτι που μπορεί να είναι δικό σου, που να σου «μιλάει» και πορέψου. Από φάση σε. Κάνε κάτι. Μην περιμένεις το επόμενο «36άωρο» της ζωής για να καθαρίσεις, να ρεφάρεις για το ενδιάμεσο διάστημα. Μοτοσυκλετιστικό ή άλλο. Κάνε ένα μικρό βήμα και στάσου «Έκτορας» στη φύλαξή του. Και κάπου εκεί, μπορεί και να βρεις και άλλους «Έκτορες». Μπορεί να βρεις κι άλλους που από την «ξερολιθιά» και την απροσπέλαστη «πέτρα» στήσαν «γιοφύρια», «σπίτια», «εκκλησιές», «βρύσες». Κάπου εκεί μπορεί και να βρεις κάποιο νόημα. Κάπου εκεί μπορεί ο φρέσκος αέρας να μπουκάρει και να ξεβρομίσει τη σίχλα που σε έχει βαλτωμένο και με παρέα τα διάφορα «κουνούπια», να σου την πέφτουν και να σου ρουφάνε το αίμα. Κι εσύ χοντρόπετσος και αδιάφορος να λες, «’ντάξ’ μωρέ, δεν έγινε και τίποτα. Έχω καλό αιματοκρίτη»….
Μπορεί να βρεις κι άλλους σαν εσένα που μέσα στο σκοτάδι ξεπρόβαλλαν, σαν άλλοι «χαμένοι» 36αωρίτες. «Βρασίδες» ή όχι. Διάφοροι δορυφόροι που με τα φωτάκια τους τροχιοδεικτούν μέσα στο σκοτάδι, μέσα στο πουθενά του κάποιου επαρχιακού δρόμου, σε μια κοινή αναζήτηση πορείας για κάποιο τέρμα. Για κάποια καινούρια αρχή. Για κάποιο πέρασμα από κάποιο τέλος, προς μια καινούρια αφετηρία. Για κάποιο πέρασμα από το θάνατο στη ζωή. Στην αθανασία.
Τολμάς;

Ανέβηκα στη σκοτεινή βίγλα. Χαιρέτησα το μικρό μου δωμάτιο, για το καλώς ήρθαμε. Σκέφτηκα για το καλώς περάσαμε. Σκέφτηκα τα παιδιά. Βγήκα έξω, σκοτάδι το βήμα συρτό. Ανέβηκα. Πως το είχες περιγράψει μικρή μου; «Αποκομμένο», αν θυμάμαι καλά. Κι όμως, λάθος έκανες, δεν είναι, ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα.
Ο αχός της πόλης πήρε να μπασσάρει. Η βουή που καλεί την επιστροφή. Από τη μεγάλη λεωφόρο καναδυό  γκαζεροί. Εδώ είναι….
Μα, πιο πίσω από τα decibel, ένας άλλος ήχος πιο απροσδιόριστος αφού ούτε ποδοβολητό, ούτε γκαζιές, ούτε περπατησιές ήτανε. Τους άκουσα να πλησιάζουν.
Τώρα υπήρχε χρόνος, τώρα υπήρχε τόπος, δεν υπήρχε διαφυγή.
Άλλωστε γιατί και που να πάω;;  Εδώ δεν υπάρχει φόβος και θυμός….
Ήρθε ο Κωστάκης ο 122+1, που παραλίγο να χάσει ζωή και πόδι και παρ’ όλα αυτά κράτησε το γέλιο του, κι ακόμα δεν ξέρω αν την +1 μέρα που τον επισκέφτηκα στο νοσοκομείο, αν αυτός ή εγώ ήμουν ο ασθενής και ποιος έδινε σε ποιόν κουράγιο….
Ήρθε ο Γιώργος που είδε το χάρο μπροστά του –τον άγγιξε, κι επίμονος, κι επίπονα συνέχισε και, τις λίγες φορές που τον επισκέφτηκα έβαζε τα κλάματα και δεν ξέρω ποιος έκλαιγε περισσότερο τελικά….
Ήρθε ο Γιώργος με τη νταλίκα του που ξεκίνησε με φορτίο άλλης μιας μέρας η στράτα και, πήρε τη γυναίκα του τηλέφωνο από το Νοσοκομείο στην Πάτρα και της είπε πως είναι «στο Ρίο, στο νοσοκομείο, και πως όλα θα πάνε καλά».
Ήρθε ο φίλος του Νίκου που ναι μεν ένοιωσε ένα τσίμπημα και πήγε στα «εξωτερικά ιατρεία» του Ευαγγελισμού (ο Ευαγγελισμός πρέπει να ήτανε), αλλά παραχώρησε «απνευστί» τη σειρά του στη ζωή σ’ ένα συνάνθρωπό του, παίρνοντας θέση στο βαρκάκι του Θεριστή για «απέναντι».
Ήρθε ο αδερφός του Δημήτρη που ένας πολιτισμένος εργολάβος, από τους πάμπολλους «πολιτισμένους» της ζωής, αμελώντας να πάρει τα προβλεπόμενα μέτρα, του στέρησε τη ζωή και τον στέρησε από την οικογένειά του.
Ήρθε η Νικόλ, η μάνα μου, που τόσα και τόσα χρόνια στον αγώνα του εμπορίου κέρβερος σωστός, τελικά μας χαιρέτησε από «άλλη» αιτία, μια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη.
Ήρθε κι ο Γιωργάκης, ο μπαμπάς μου, που από μια «απλή» επέμβαση στον ώμο, κατέληξε μετά από μια βδομάδα, να αποκτήσει καρκίνο και να παλέψει όπως μπορούσε, για κοντά 36 μέρες.
Όπως και τα παιδιά εκεί έξω. Για κοντά 36 ώρες. Αναζητώντας τη ζωή.   

Κοίταξα απέναντι στο βουνό. Ανανέωσα το ραντεβού –που θα πάει, θα τη φτιάξω τη «μαύρη»…, αν και φοβάμαι ότι θα πάρει χρόνο….
«Είναι όλοι εδώ»; Ναι είναι.
Αλλά για να είναι, χρειάζεται κάποιοι να «θυμούνται τα παραμύθια». Και να μιλάνε για το θρύλο τους….


Το νου σας






Να ευχαριστήσω τη λέσχη που με ανέχεται

Την οργανωτική/εκτελεστική/τρεχαντηριακή επιτροπή που ζήτησε την μικρή μου βοήθεια. Ελπίζω κάτι να κάναμε. Τιμή μου.

Για μουσική, είπα να με συντροφεύει κάτι από τα βουνά, οπότε, αν και δεν υπάρχουν πια οι 200άρες κασέτες των φορτηγών, έβαλα να παίζουν Ηπειρώτικα μοιρολόγια, έτσι αργά «ανηφορικά», παγανιστικά, βαριά. Μοιρολόγια που δεν έχουν λύτρωση, κάθαρση.
Μοιρολόγια που δεν κλαίνε μόνο τους χαμένους όπως πιστεύει ο πολύς ο κόσμος, αλλά αποτελούν κάλεσμα και σε αυτούς που λείπουν ή αυτούς που πόνεσαν, που πονάνε.

Υπάρχουν κάμποσες αναφορές (κείμενα, αποσπάσματα, οπτικά).
Η «κρυσταλλένια μπάλα» της Σοφίας
Η «μπάλα» για σπάσιμο του Νίκου
Οι «4 Ιστορίες» του Νίκου
Οι «φωτογραφίες» του Κώστα
Τα βίντεο του Νίκου του 900
Οι «ιστορίες» για το ξαναζωντάνεμα του μικρού 500 του ιδίου
Το κείμενο του Κώστα με τους 180 Μορφοκλασματικους για τις καμπύλες και τις ευθείες
Η «καβάλα» της Σοφίας
Το κείμενο με τις εικόνες και τις φωτογραφίες του Κώστα


Κι έτσι, για να αντηχήσουν τα βουνά, κι αυτό:

Για τα φορτία και τα φορτηγά, https://youtu.be/H-uLR11uajY
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1167
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #6 στις: Ιούλιος 12, 2016, 05:56:16 πμ »
Κι άλλη μια "ειδικότατη" αφιέρωσις:

http://i1292.photobucket.com/albums/b578/ItA850/P1030085_zpsrmlngyko.jpg
17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....


http://i1292.photobucket.com/albums/b578/ItA850/P1030086_zpsby2h6kg1.jpg
17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....


http://i1292.photobucket.com/albums/b578/ItA850/P1030087_zps4dhefxm2.jpg
17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 12, 2016, 06:00:40 πμ από I. t. A »
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος astrahan

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • I Live Here
  • *
  • Μηνύματα: 5165
  • ut tensio, sic vis
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #7 στις: Ιούλιος 12, 2016, 07:20:48 μμ »
ρε μπαγάσα ρισπέκτ...


το διάβασα όλο καπάκι απ' του Σταμάτη (του Coyote) εδώ δίπλα...

και σκεφτόμουν ότι με την μόδα του fb και του twiiter χόρτασα φτηνή και τσίπικη ατάκα και ήθελα λόγια, λόγια, πολλά λόγια...

και τα λούστηκα και τα ευχαριστήθηκα και πνίγηκα σ' αυτά και μ΄άρεσε...


 :bier: μια μπύρα κερασμένη από μένα στην επόμενη συνάντηση...
ex...

Αποσυνδεδεμένος nikos900

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 176
  • ..keep on dreaming..
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #8 στις: Ιούλιος 12, 2016, 07:59:43 μμ »
Το 19ο απο μέσα αλλα και Cloud Atlas..

Για μια ακόμη φορα -σχεδόν βαρετό είναι- το 36ωρο καταλύει τις σκέψεις, ανακατεύει εικόνες και εποχές, σε γυρίζει σε ρίζες, σου δείχνει τον αληθινό τόπο σου, σου φανερώνει και σου θυμίζει.

Και όταν αυτό το κοκτειλ  φτιάχνεται από τον ιδιοκτήτη του μπαρ...

Χορταστικό, απογειωτικό σε πολλα σημεία, συγκινητικό και αληθινό..Αγγιξες χορδή Ιταλέ, thanks ...

Αποσυνδεδεμένος ZORDAN

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • I Live Here
  • *
  • Μηνύματα: 7923
  • Minority Report
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #9 στις: Ιούλιος 12, 2016, 07:59:55 μμ »

Αmpelogarden on fire!!   :piano

Coyote rocks!!  :boo

Eπόμενη εκδήλωση της Λέσχης,..η πρώτη διεθνής συμμετοχή της,..για το βραβείο Πούλιτζερ!  :hehe:

 :mg:


Never ride faster than your guardian angel can fly

Αποσυνδεδεμένος aquile

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 998
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #10 στις: Ιούλιος 13, 2016, 11:12:29 πμ »
Καθώς το διάβαζα η ψυχολογία μου δούλεψε σαν την εκτόξευση ενός διαπλανητικού πυραύλου:

το μακρύ και αγωνιώδες για το τι θα ακολουθήσει countdown στην εισαγωγή σου

η φλόγα που ξεχύθηκε και τα καίει-ισοπεδώνει όλα, τη βάση, το πύργο εκτόξευσης, τα γύρω χωράφια, στο σώμα της (36ωρίτικης) αφήγησης σου

η απογείωση "με 1000 στο υπερπέραν" στον μακρύ επίλογο σου.

Τελικά I.t.a δεν είσαι συγγραφέας, όπως επέμενα από παλιά....
Ποίηση ποιείς!
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 13, 2016, 03:36:23 μμ από aquile »
Γυρνωντας προς τα πισω ολοταχως, προσπερασαμε δυστυχως και την εποχη του Carlo...

Αποσυνδεδεμένος Wile E Coyote

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Lover
  • **
  • Μηνύματα: 187
  • Αμα αργήσω, φάτε.
    • V7-2-special
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #11 στις: Ιούλιος 13, 2016, 05:51:08 μμ »
Νοιωθω παρεισακτος σε αυτο το θεμα, αλλα θελω να εκφράσω το σεβασμό μου στον συγγραφέα.

Εζησα ολη την περιγραφη και ηταν σαν να βλεπω τρια εργα ταυτοχρονα σε τρεις παράλληλες οθονες και να τα κατάλαβα και τα τρια.
Εχετε και ενα χειροκροτημα απο εμενα Κυριε.
Συγνωμη για την παρεμβαση.

Αποσυνδεδεμένος Vagpap

  • Συντονιστής
  • Guzzi Maniac
  • ****
  • Μηνύματα: 1319
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #12 στις: Ιούλιος 13, 2016, 06:44:39 μμ »
Ευχαριστούμε I.t.A .

Να είσαι πάντα καλά...

 :bier:  και από εμένα...

 :mg:
This is Toumba.....

avadista

  • Επισκέπτης
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #13 στις: Ιούλιος 14, 2016, 09:58:29 μμ »
Ι.t.A. ιδού...

Σημείωση πρώτη:

"Είχε κι αυτός φτάσει στην άκρη. Δε μπορούσες να του πεις τίποτα πια. Ερχεται μια στιγμή που ΄σαι ολομόναχος, όταν φτάνεις στην άκρη όλων όσα μπορούν να σου συμβούν. Είναι η άκρη του κόσμου. Η ίδια η λύπη, η δική σου δε σου αποκρίνεται πια τίποτα και πρέπει τότε να γυρίσεις πίσω, ανάμεσα στους ανθρώπους, όποιοι κι αν είναι. Δεν κάνεις το δύσκολο κάτι τέτοιες στιγμές αφού και να για να κλάψεις ακόμα πρέπει να επιστρέψεις εκεί που όλα ξαναρχίζουν, πρέπει να γυρίσεις κοντά τους". 

Σελίν _Ταξίδι στην άκρη της Νύχτας
(αυτό σε περίπτωση που αναρωτιέστε γιατί τα ακρωτήρια, οι άκρες, τα σημεία/γεγονότα που είναι το τέλος ενός κόσμου κάνουν αυτό που κάνουν)

Σημείωση δεύτερη:

Οι Έκτορες δε "μασάνε" αλλά διατηρούν βλέμμα κούταβου αρκεί να ...

Σημείωση τρίτη:

Ω ναι, όταν ξεκαβαλάς γίνονται πολλά σπουδαία... όπως λέει και ο Σελίν "έτσι κι επιμείνουμε λίγο συναντάμε το κενό". Και μετά είναι όλα πιο εύκολα, όταν έχει φύγει η σαβούρα. Μ' έχεις;

Σημείωση τέταρτη:

Μαλάkες σας το είχα πει θα γράψει 5.000 λέξεις.


Σημείωση πέμπτη:

Δε βάζω Σεφέρη για να μη λες

Kαι για κλείσιμο...









Αποσυνδεδεμένος VAS

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • I Live Here
  • *
  • Μηνύματα: 5799
  • ο θείος Νώντας...
    • 1000 SP, california 1100
Απ: 17, 29/12, 5/7, ____, 19. 20. Ανάβαση με τις χαμένες φορτωτικές....
« Απάντηση #14 στις: Ιούλιος 15, 2016, 12:58:17 πμ »
Οχι φιλαρακι...

Δεν θα υποκύψω...

Ουτε αποψε , ουτε αυριο...

Θα το παρω μαζι μου στις ολιγοήμερες "διακοπες" που θα ξεκουράσω τα κοκκαλάκια μου, και θα το απολαύσω οπως ακριβως του αξίζει...

Οπως και οταν το θελω εγω...


Φιλουμπες



Sugar Ray


 :wub:
Όπως είχε πει ενας γνήσιος Guzzista πριν τον διώξει το καθεστώς : "Καιμε βενζίνη, οι υπόλοιποι καίνε το σάλιο τους!"