Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε. Δεκέμβριος 13, 2018, 04:48:42 πμ

Αποστολέας Θέμα: To Τραίνο  (Αναγνώστηκε 158 φορές)

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1171
To Τραίνο
« στις: Νοέμβριος 26, 2018, 02:22:06 μμ »
Ακόμα μια νύχτα, ακόμη ένα τραίνο.
Σκυφτός κι από τα χρόνια ο Αλλέν, περιδιάβαινε μια από τις αποβάθρες του σταθμού του Αγίου Λαζάρου. 
Κοντό δεν τον έλεγες, με αργό βήμα και με το σημαδεμένο του παλτό να τον προφυλάσσει από το πολύ κρύο, πήρε το δρόμο για την έξοδο, μόνος όπως τόσες και τόσες φορές.
Άξιζαν άραγε τόσες θυσίες; Τόσο αίμα και τόσος …καπνός;

Ο πατέρας του μηχανοδηγός, γλύτωσε το στρατό στο μεγάλο πόλεμο, ακριβώς γιατί οδηγούσε τραίνο. Από τις διηγήσεις του ο μικρός Αλλέν γοητεύτηκε από τη μαύρη μάζα που όργωνε τις πεδιάδες κουβαλώντας στις ράχες της την βιομηχανική επανάσταση και την πρόοδο. Ο μπαμπάς τού είχε πει και για κάποιον κύριο που ζωγράφιζε τα τραίνα, δίνοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερο κύρος στην όλη εικόνα. Κάποτε μάλιστα ο μπαμπάς του, τον ανέβασε και στο θεριό. Η γοητεία που άσκησαν οι λεβιέδες και τα όργανα πιέσεως στον μικρό Αλλέν, η βαθιά υπόκωφη φωνή από τα έγκατα της φλόγας κάθε φορά που ο θερμαστής τάιζε το αδηφάγο για κάρβουνο στομάχι, η βόλτα –που του έμοιαζε πάρα πολύ μεγάλη, η ταχύτητα- όλα, καθώς και το ότι ο μπαμπάς του τον άφησε να οδηγήσει την τεράστια ατμομηχανή, υπήρξαν καταλυτικές.
«Θα γίνω ότι κι ο μπαμπάς μου», είπε στη μαμά του ένα βράδυ γύρω στα 10 του.
Μετά ξέσπασε ο πόλεμος.
Ο μπαμπάς δεν ερχόταν και τόσο συχνά, κι όταν ερχόταν η πεδιάδα με τα λουλούδια μετατράπηκε σε πεδιάδα με τρύπες, τα βουνά έγιναν σωροί από ανθρώπους, ο αέρας έγινε αέριο, οι ανοιξιάτικες μυρωδιές έγιναν σαπίλα, τα ζωάκια έγιναν ποντίκια που τρώγαν ότι έβρισκαν, το νερό έγινε αίμα. Η χαρά, έγινε φρίκη. Το φως, έγινε σκοτάδι.
Κάποτε ο πόλεμος τελείωσε.
Όλοι άρχισαν πάλι να ονειρεύονται, ή να εξακολουθούν.
Έτσι κι ο Αλλέν, που τώρα πια σπούδαζε. Μηχανολόγος, αν και μέσα του η μαύρη βολίδα τον κατάτρεχε. Μόλις τελείωσε και μέσα στο γενικότερο ονειρικό κλίμα του μεσοπολέμου, που οι τέχνες άνθιζαν, οι ελπίδες άνθιζαν, οι κοπέλες άνθιζαν, ο μηχανικός μας ξεκαθάρισε στην οικογένειά του –ευτυχώς ο μπαμπάς επέζησε, ότι θέλει να γίνει σιδηροδρομικός. Η «μάχη» σύντομη. Έγινε θερμαστής του μπαμπά του και φτυάρισε όλο το κάρβουνο του Βελγίου στα εντόσθια της μηχανής –μα δεν τον ένοιαζε. Έτρεχε στις πεδιάδες, σκαρφάλωνε στις ράχες, πέρναγε γέφυρες, έσκιζε βουνά κι ένωνε ανθρώπους και, ήταν μαζί με τον πατέρα του που έλεγε απίθανες ιστορίες και του έδειξε κι όλα τα μυστικά, οπότε πέρναγε καλά. Κι όταν ο μπαμπάς αποχώρησε ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της ατμοκίνητης μάζας. Άρχισε και αυτός να οργώνει τη Γαλλία απ’ άκρη σ’ άκρη. Να πηγαινοέρχεται στη Νορμανδία, στα Νότια, στις πεδιάδες στα βουνά, στις θάλασσες σε πολιτείες και χωριά. Μαζί με τον Ανρύ. Το φίλο του που μόλις είχε αποφοιτήσει και αυτός.
Η ζωή κυλούσε και οι ράγες ατελείωτες, μα τόσο όμορφες. Οι μέρες, οι νύχτες, τα κρύα πρωινά –μέχρι να φτυαρίσει ο Ανρύ κάρβουνο στην αχόρταγη κοιλίτσα του «μωρού» κι αυτό να ρευτεί ικανοποιημένο πρόσκαιρα, οι απογευματινές μπόρες και μετά ο κατακόκκινος ήλιος που έδυε κάπου πέρα στον ορίζοντα πίσω από τα βουνά ή πέρα μακριά στη Βρετάνη και τον Ατλαντικό.
Και μετά ξέσπασε ο πόλεμος.
Άντρας πια σωστός ο Αλλέν και με το παρατσούκλι «ο τραίνος», αραίωσε από το σπίτι κι όλο πάνω στο τραίνο να μάχεται όπως μπορούσε. Όπως ο πατέρας του. Ο Ανρύ εν τω μεταξύ, είχε «πάρει» κι αυτός δικό του τραίνο και οι δύο τους ήσαν γνωστοί για τις «τρέλες» τους. Τον Ανρύ τον «φάγανε» κάτι «Στούκας» στη Δουνκέρκη καθώς πάσχιζε να κουβαλήσει υποχωρούντα στρατεύματα για να περάσουν απέναντι. Οι Γερμανοί δεν χάριζαν, ο πόλεμος δεν χάριζε. Η ζωή δεν χάριζε, μήτε κι ο θάνατος.
Ο Αλλέν συνέχιζε να πολεμάει με τον τρόπο του και μετά τη συνθηκολόγηση και τον αλήτη τον Πεταίν που δήθεν έσωσε το Έθνος κι εγκαταστάθηκε στο Βισύ.
Όπως μπορούσε η αντίσταση. Με περιοδικά στην καρβουνιάρα που τα παρέδιδε σε τοπικούς, με ενημερώσεις στους αντιστασιακούς-σαμποτέρ για κάποια τραίνα που έπρεπε να καταστραφούν, ή με πληροφορίες για το γερμανικό στρατό στους συνδέσμους , ή με διάφορες μικρο-αβαρίες που προκαλούσε ο ίδιος στη μηχανή για να υπάρξει μια –οποιαδήποτε- καθυστέρηση, αλλά με προσοχή: οι Γερμανοί δεν ήταν βλάκες. Όπως μπορούσε ο καθείς.
Τα χρόνια πέρναγαν. Ήρθε η Νορμανδία και μαζί της οι ελπίδες πως ο πόλεμος θα τελείωνε σύντομα, μα ο πόλεμος είχε ριζώσει και οι μέρες φάνταζαν χρόνια. Ο Αλλέν να συνεχίζει να δαμάζει το «τέρας» και να δίνει πληροφορίες στους Μακί. Κάποτε έφαγε και κάτι σφαίρες σε μια επιδρομή συμμαχικών αεροπλάνων. Από ψηλά, όλα τα τραίνα μοιάζουν ίδια. Μα γλύτωσε. Όσο πέρναγε ο καιρός, και οι «φρίτσηδες» τα μαζεύανε, τόσο αυτός πιο πολύ παθιαζόταν. Θα ‘ταν νύχτα του Ιούνη που μετέφερε κάποιον σημαντικό ταξιδιώτη με το τραίνο του, αργότερα τον είδε με τη στολή του να επισκέπτεται το σταθμό του Αγίου Λαζάρου και τα είπαν για ‘κείνη τη νύχτα. Θα ξανασυναντιόντουσαν μετά τον πόλεμο, όταν ο Αλλέν παρασημοφορήθηκε και πήρε και το σημαδεμένο παλτό του ταξιδιώτη του….
Ή ακόμα πιο μετά παραμονές Χριστουγέννων του ’44 με το χιόνι να  ραπίζει τις Αρδέννες. Μα ο Αλλέν, από την πολεμίστρα του πάνω στο τραίνο του. Ο κάθε ένας όπως μπορούσε, όσο κι απ’ όπου μπορούσε στον αγώνα για την ελευθερία. Αρκεί να ήταν ανοιχτή η γραμμή, κι ο Αλλέν ταξίδευε. Μετέφερε υλικά κι ενισχύσεις στα παιδιά που μάχονταν στα δάση. Με τους Γερμανούς στην τελευταία τους απόπειρα μανιασμένους.
Το τραίνο να καταπίνει κάρβουνο και να βρυχάται. Κι αυτόν σε μια προσωπική τους χαιρετούρα με τα συμμαχικά καταδιωκτικά να ανταποδίδουν στον μισότρελο και γνωστό πια Γάλλο μηχανοδηγό. Άλλωστε κόντεψε να τον «φάνε»….
Και οι ράγες να απλώνουν. Και να φυλακίζουν τον πόλεμο και να τον πνίγουν. Να τον τελειώνουν.
Κι ο ήλιος πήρε να ξανα ανατείλει  στη Γαλλία. Στον κόσμο.
Κι ο Αλλέν, με τα παράσημά του, με τους τίτλους του –ακόμα και από τα Αγγλάκια, με το παλτό του συνέχιζε να κουβαλάει πάλι την πρόοδο, όπως έκανε και πριν, όπως έκανε κι ο πατέρας του πριν από αυτόν.
Μόνο που όπως πάντα, η πρόοδος έχει τραίνα, αλλά δεκάρα δε δίνει για τους μηχανοδηγούς τους….


το νου σας
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!