Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε. Δεκέμβριος 16, 2018, 10:13:25 πμ

Αποστολέας Θέμα: Η Πόρτα  (Αναγνώστηκε 1482 φορές)

Αποσυνδεδεμένος I. t. A

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1171
Η Πόρτα
« στις: Οκτώβριος 04, 2018, 12:17:54 μμ »
Ήταν μια όμορφη χειμωνιάτικη μέρα με τα βουνά ζαχαρωμένα γλασερά…, δεν είχε βρέξει, οπότε το αποτέλεσμα έμοιαζε αναπόφευκτο.
Βόλτα. Βεβαίως, μάλιστα. Προς κάπου, οπουδήποτε.
Κράνος, γάντια μπουφάν μπότες, ζέσταμα και… δρόμο. Τα ντεσιμπέλ να ξυπνάνε τη γειτονιά, παράνομα, αλλά εντάξει, να ξυπνάμε…. Χαλαρά στην αρχή, να ζεστάνουμε λάστιχα, χειμώνας γαρ είπαμε, κι ο δρόμος στεγνός. Κρύο και βόλτα. Μια χαρά. Ναι, αλλά προς τα «πού;»

Ασυναίσθητα πήρα το δρόμο για το μικρό ορεινό χωριό, δεν ξέρω γιατί.
Οι δρόμοι της πόλης άδειοι αντηχούσαν στ’ αυτιά μου. Οι πολυκατοικίες τριγύρω νυσταγμένες ξυπνούσαν σε μια ακόμα Κυριακή, σε μια ακόμα μέρα.
Στο τελευταίο φανάρι ένας νυχτερινός που πάσχιζε να φτάσει σπίτι του. Χαιρετηθήκαμε, παράνομοι κι επικίνδυνοι και οι δύο.
Κι άρχισα να ανεβαίνω, με τις ταχύτητες να «κουμπώνουν» και το κρύο να γίνεται ακόμα πιο αισθητό στα χέρια, αλλά για καλή μου τύχη ο δρόμος στεγνός. Τα χωριά, οι παχνισμένες εικόνες, με την υγρασία να νικιέται σταδιακά από τον ήλιο, τα πράσινα ορεινά τοπία, τα απέναντι βουνά, οι ήχοι της φύσης –εντάξει και τα ντεσιμπέλ, τα σκορπισμένα μικρά κοπάδια από τα πρόβατα, ή οι μοναχικές ζευγαρωτές αγελάδες, ή ακόμα και τα ζεμένα γαϊδουράκια, τα χωράφια πιο κάτω και πέρα στα ρέματα, τα πράσινα όλα της φύσης, της ζωής, τα χρώματα όλα της πλάσης, τα άφιλτρα μπλε, τα τρεχάμενα άσπρα που μανιασμένα κοντράρανε από τα απέναντι. Κι ο δρόμος, ο μόνος πιστός φίλος κι ο πιο βίαιος εχθρός όταν στράβωνε….

Στο χωριό ησυχία. Όλοι –όσοι πια, θα ‘τανε στην Εκκλησία στο ύψωμα πάνω από το παλιό σχολείο που τώρα έχει γίνει εστιατόριο. Είχαμε λοιπόν χρόνο να αράξουμε και να ακούσουμε τις ανάσες της γης….
Αλλά όχι εδώ. Πιο δίπλα. Στο επόμενο ακόμα πιο μικρό χωριό, κάτω από το μεγάλο δέντρο –αν υπάρχει. Εκεί που συνήθιζε να «πετάγεται» ευλαβικά κάθε πρωί ο παππούς. Μία φορά τα κατάφερα κι εγώ.
Και τώρα.

Το δέντρο υπήρχε ακόμα, το παντομάγαζο εκεί, κλειστό, και, απέναντι στη σκιά του μεγάλου πλάτανου το μικρό αγνάντι με τις λίγες καρέκλες. Απέναντι η αγριάδα του Ερύμανθου, οι πλαγιές, οι κορυφογραμμές, η μαχαιριά του δρόμου, που ένωνε τα απέναντι χωριά κι αυτό το ήρεμο ανασεμιάρικο φύσημα του αέρα, η ανάσα της σιωπής να σου βουλώνει τ’ αυτιά. Σιγά πήρε και το βουητό στ’ αυτιά να φεύγει. Όλα τα κάλυψε η φύση, όλα τα διέγραψε η ζωή. Κι εγώ εκεί μέσα βαρκάκι ασήμαντο στον ορεινό ωκεανό….
Ησυχία με τα μάτια να καίγονται και από αυτά που βλέπουν αλλά και από το καθάριο του αέρα που ταυτόχρονα ξεμπάζωνε και την ανάσα. Ησυχία.
Κι ένα στακάτο «τακ» από κάτι που χτύπαγε το δρόμο, σα να του έλεγε «εδώ είμαι»….
Γύρισα και είδα ένα γεροντάκι να έρχεται κατά το μέρος μου. Πλησίαζε, αργά και σίγουρα με το «τακ» από τη μαγκούρα του να σημειώνει την άφιξη.

Καλημεριστήκαμε. Κάθισε να ξαποστάσει –ίσως- και με ρώτησε επιφυλακτικά,  «αν είμαι από τα μέρη» και «ποιανού» είμαι».
Στα χωριά ο ξένος είναι πάντα γεγονός. Και πάντα «περίεργος»….
Του είπα κι αμέσως όλα άλλαξαν. Οι κουβέντες πλάτυναν, οι σκέψεις βάθυναν, η ζωές απλώθηκαν –όσο μπορεί να απλωθεί μια ζωή μέσα σε λίγη ώρα. Οι άφοβες ερωτήσεις ενός ηλικιωμένου και οι με ερωτηματικά απαντήσεις ενός νεαρού –ας πούμε- που απλά πήγε μια βόλτα.
Μα, η βόλτα άλλαξε ρότα, έγινε σχολείο. Έγινε ζωή.
Με το γεροντάκι να απλώνει μπροστά μου θύμησες από το χωριό, ζουμί από την ζωή, από πολέμους, από αντάρτικα, από γυναίκες, από ψευτιές. Κι από το στριφτό του, που με παιδική λαχτάρα έβγαλε από την τσέπη του κι άναψε με χέρι τρεμάμενο, παίρνοντας μια βαθιά –σαν τα χρόνια του, ρουφηξιά. Με τα μάτια του πεντακάθαρα, με τα μάτια μου να θέλουν να μάθουν. Οι πόνοι, οι χαρές, οι προδότες και οι προδοσίες, τα ψέματα, οι ελπίδες, τα παιδιά, οι γάμοι, οι κάσσες, όλα. Οι σοδειές. Όλοι.
Η ζωή, με τα βάσανα και τις χαρές της.
Από τη δική του πλευρά, με ότι έχει απομείνει, κι από τη δική μου πλευρά, με όλα τα «γκάζια», η φωτιά της νιότης με τη φωτιά της γνώσης…. Για το πόσο ωραία σκληρή κι άδικη είναι φορές η ζωή.
Για το πόσο θέλει ο καθείς να ζήσει, για το πόσο θέλει ο άνθρωπος να φτιάξει, ή να χαλάσει –το ‘χει αυτό το ρημάδι το σαράκι ο άνθρωπος….
 
Άρχισε, να ετοιμάζεται, ένδειξη ότι έπρεπε να φύγει, σα να κατάλαβε ότι κι εγώ έπρεπε να φύγω, άλλωστε θα τον περίμενε και «η γριά η κυρά-Δέσποινα», στήριγμα όλα τα χρόνια….
Σηκώθηκε αργά, ίσιωσε τόσο όσο, ζύγισε τη μαγκούρα του, έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου, σηκώθηκα χαιρετηθήκαμε σα να είμαστε γνωστοί από χρόνια, σα να είμαστε φιλαράκια από το χτεσινό ταβερνάκι, σα να μην υπήρχε το άγνωστο ανάμεσά μας.
«Τακ», παύση-βήμα, «τακ». Γύρισε και με κοίταξε, με όλα της ζωής τα φορτία, με το πονηρό κουρασμένο και γεμάτο υποσχέσεις βλέμμα που χρόνια πριν φιλοτέχνησε ο Λεονάρδος.
«Άκου λεβέντη μου. Να το θυμάσαι ότι αν τα βάλουμε κάτω, εγώ θέλω να ζήσω περισσότερο από εσένα. Να προσέχεις και καλό δρόμο».
Κι αργά πήρε το δρόμο ανάποδα από ‘κει που ήρθε. Και το «τακ» έγινε πια χτύπος, «παρών» σε κάποιο παρουσιολόγιο, αυτό της ζωής.   
Κι έμεινα με την ησυχία και την απορία.
Μετά από λίγο έβαλα μπροστά και καθώς ζέσταινα, θυμήθηκα το γεροντάκι κι αυτό που μου είπε. Μα είναι δυνατόν;; Χαμογέλασα με την αυθάδεια που πολλές φορές –κι άσκοπα- έχουν οι νέοι.
Οι ταχύτητες κούμπωναν πάνω κάτω και τα ντεσιμπέλ πάλι παρανομούσαν στο ορεινό κατηφορικό τώρα στροφιλίκι. Και η σκέψη στο δρόμο. Σε ένα διάσελο, είπα να σταθώ να αγναντέψω πέρα στο ορεινό άπειρο. Το γεροντάκι ξαναήρθε: «θέλω να ζήσω περισσότερο από εσένα»….
Και με τη διαύγεια που πάντα πρέπει να έχουν οι νεαρότεροι, σκέφτηκα. Και όντως. Το γεροντάκι είχε δίκιο.
Γιατί είναι αλλιώς να αγνοείς ότι υπάρχει μια πόρτα και, τελείως αλλιώς να τη βλέπεις.... 


το νου σας
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 04, 2018, 12:44:30 μμ από I. t. A »
MG-S, γιατί έτσι μας αρέσ'!

Αποσυνδεδεμένος PanLampro

  • Συντονιστής
  • Guzzi Maniac
  • ****
  • Μηνύματα: 1055
Απ: Η Πόρτα
« Απάντηση #1 στις: Οκτώβριος 04, 2018, 12:43:13 μμ »
Άργησες, αλλά χτύπησες. Δυνατά...
Θα με φάει η περιέργεια... Τί είναι μετά την επόμενη στροφή?

Αποσυνδεδεμένος Oil_and_fuel

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Crazy
  • ****
  • Μηνύματα: 514
Απ: Η Πόρτα
« Απάντηση #2 στις: Οκτώβριος 04, 2018, 12:50:57 μμ »
 :notworthy: :notworthy: :notworthy:

Τι άλλο να πω;
Εδώ στα ξένα, μου έφτιαξες τη μέρα.
Τι λέω ποιά μέρα; Μόνο;;;

Αποσυνδεδεμένος aquile

  • Μέλος Ε.Λ.M.G
  • Guzzi Maniac
  • *****
  • Μηνύματα: 1161
Απ: Η Πόρτα
« Απάντηση #3 στις: Οκτώβριος 04, 2018, 06:00:04 μμ »
Κάτι που αν διάβαζα χωρίς να ξέρω το δημιουργό του, δεν θα το κολλούσα απαραίτητα στον I.t.A..
Νέα σελίδα στη πέννα σου;
Ενδιαφέρουσα όπως πάντα, αλλά που γίνεται κατανοητή από περισσότερους;
Τα λέμε λέσχη!
Γυρνωντας προς τα πισω ολοταχως, προσπερασαμε δυστυχως και την εποχη του Carlo...

Αποσυνδεδεμένος KRS

  • Guzzi Let Me Be
  • *
  • Μηνύματα: 91
    • 900ss '93,loud and proud
Απ: Η Πόρτα
« Απάντηση #4 στις: Οκτώβριος 05, 2018, 12:35:24 πμ »
Tα σέβη μου :notworthy:

Υ.Γ: Περιμένω το  opening στο γνωστό "bar" οινοχόε...